Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο στόχος προηγείται της λύσης



Πρόσφατα διάβασα ότι το ΚΚΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής μνημονίου, προκειμένου να καταφέρει να αντεπεξέλθει στις επιχειρήσεις που διατηρεί προχώρησε σε δραστικές μειώσεις και -απαραίτητες- απολύσεις εργαζομένων. Με τους ιθύνοντες να δηλώνουν υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να κινηθούν με αυτόν τον τρόπο, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η ίδια η επιβίωση θα ήταν αδύνατη. 
Δεν το βρίσκω παράλογο αυτό. Είναι μία σκληρή απόφαση αν μη τι άλλο, ωστόσο όταν η κατάσταση απαιτεί αλλαγές και σε καλεί να προχωρήσεις σε μεταρρυθμίσεις έτσι ώστε να τα φέρεις εις πέρας, είναι δεδομένο ότι θα αναλάβεις ένα κόστος. Από τη μία υπάρχει το κόστος του να μην προσαρμοστείς στις ανάγκες της υπάρχουσας κατάστασης και κι άρα να υποστείς τις όποιες συνέπειες αυτής της στασιμότητας. Από την άλλη, υπάρχει το άλλο κόστος: να βάλεις μπρος τις μεταρρυθμίσεις που πιστεύεις ότι ανταποκρίνονται στις περιστάσεις, αναλαμβάνοντας το όποιο κόστος των αποφάσεών σου, οι οποίες είτε θα αποδώσουν είτε 100%, είτε εν μέρει, είτε βέβαια και θα αποτύχουν. 


Έτσι, έρχεσαι αντιμέτωπος με το ερώτημα: ποια είναι η επιλογή με το μικρότερο δυνατό κόστος;


(Εδώ αφήνουμε αυτό το θέμα στην άκρη για λίγο και ανοίγουμε μία μεγάλη παρέκβαση προκειμένου να τη συνδέσουμε με την παραπάνω). 

Το θέμα της οικονομικής διαχείρισης σε οποιονδήποτε κλάδο εξαρτάται από τους στόχους. Για την ακρίβεια, η έννοια της οικονομίας, εκτιμώ, ότι είναι ταυτισμένη με την έννοια της φράσης «θέτω στόχους». Αναπόφευκτα (δηλαδή είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) όταν έχεις να διαχειριστείς ένα ποσό -από δέκα ευρώ έως ένα εκατομμύριο- είτε αυτό αφορά τον κουμπαρά ενός ανήλικου παιδιού, τον «προϋπολογισμό» μιας τετραμελούς οικογένειας έως και τον επίσημο προϋπολογισμό ενός κράτους, θέτεις στόχους, τους οποίους μάλιστα πετυχαίνεις πάντοτε, οπότε στο φινάλε, αναλόγως τα τελικά αποτελέσματα της επίτευξης των στόχων που έθεσες παρατηρείς/αναρωτιέσαι το εξής: έθεσα τους σωστούς στόχους;

Στην περίπτωση του ΚΚΕ το πράγμα ακολουθεί την ίδια διαδρομή: όσον αφορά τον τομέα «διοίκηση της επιχείρησης» παρουσιάζονται σκληροί, αμείλικτοι, λειτουργούν με βάση το συμφέρον κι ας έχει αυτό το οποιοδήποτε κόστος. Κι όλα αυτά στο βωμό της «επιβίωσης» του μαγαζιού. Πρόβλημα; Κανένα. Απολύτως σύμφωνοι. Ο ίδιος ο στόχος της «επιβίωσης» που έχουν εντελώς συνειδητά θέσει διαφαίνεται από την παραστατικότητα των πράξεών τους. Αντιθέτως, στην περίπτωση «κράτος» του κόμμα του ΚΚΕ δείχνει με τις πράξεις του να αντιμετωπίζει το -παρόμοιο- ζήτημα της «επιβίωσης» από μία άλλη οπτική. Σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, αν και τα γεγονότα αναφέρουν ότι τα έξοδα έχουν υπερκεράσει προ πολλού τα έσοδα, πράγμα που σημαίνει ότι το ένα μέρος των πολιτών δεν αντέχει παραπάνω να πληρώνει στο κράτος για να μπορεί το δεύτερο να διατηρεί το… υπόλοιπο μέρος των πολιτών που πληρώνεται από το δημόσιο και επί της ουσίας συντηρεί δια της ψήφου του το κράτος.
Κι έτσι φτάνουμε στο εξής προκείμενο: ένα κράτος ως επιχείρηση με: 1) μηδέν παραγωγική ανάπτυξη, 2) υψηλό ποσοστό «πραγματικής» ανεργίας, δηλαδή επισήμως άνεργοι και ταυτόχρονα -υποτιθέμενοι- εν-ενεργοί που όμως επί της ουσίας η δουλειά τους έχει πέσει για τα καλά έξω, 3) τεράστιο και συνάμα ανασταλτικό (λόγω του τρόπου λειτουργίας) δημόσιου τομέα, ο οποίος τόσο σε αριθμό ατόμων σε σχέση με τις ανάγκες του κράτους, όσο και σε αριθμό κόστους σε σχέση με την αντίστοιχη προσφορά (μέσω της επιτέλεσης του ρόλου του) παραδίδει αποτελέσματα με αρνητικό πρόσημο, 4) βασικά έσοδα από… δανεικά χρήματα.

Πόσες ελπίδες μπορεί να έχει αυτή η επιχείρηση να επιβιώσει αν συνεχίσει με αυτόν τον τρόπο; Καμία. Ή και λιγότερες από καμία.Εκτός αν πιστεύουν κάποιοι ότι, όπως συμβαίνει τελευταία στο Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, θα εμφανιστεί κανένας Άραβας σεΐχης ή Ρώσος επιχειρηματίας και θα μας δωρίσει μερικά δισεκατομμύρια, έτσι για… πλάκα.

Φυσικά όμως κι η στάση του ΚΚΕ απέναντι στα παραπάνω προβλήματα της επιχείρησης που λέγεται Ελληνικό κράτος είναι απολύτως ταυτισμένη με τους διαφαινόμενους στόχους του: «καμία απόλυση», «να μη χάσει ο κόσμος της δουλειές του και τα κεκτημένα δικαιώματα ετών», «έξω τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης και της Τρόικα». Και δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική στάση εφόσον όταν αφαιρεί το κοστούμι του «επιχειρηματία» και ενδύεται αυτό του «πολιτικού» ο στόχος δεν είναι η «επιβίωση» της επιχείρησης-κράτους, αλλ’ αποκλειστικά και μόνο το καλό της παράταξης.
Ναι, εδώ ίσως υπάρχει μία σύγκρουση ρόλων: πως γίνεται το καλό του κόμματος να είναι πιο πάνω από το καλό του κράτους εφόσον αν δεν υπάρχει κράτος δεν υπάρχει και παράταξη; Η απάντηση απλή: το καλό της παράταξης προηγείται για όσο ΑΚΟΜΑ υπάρχει κράτος. Το θύμα παραμένει βέβαια το ίδιο και στη μία και στην άλλη περίπτωση: ο λαός. Αυτός θα χάσει τη δουλειά του, αυτός θα χάσει την αξιοπρέπειά του για να τον «βολέψει» το κάθε κόμμα, αυτός θα πληρώσει τα σπασμένα και κυρίως αυτός θα μασήσει και θα χωνέψει όλ’ αυτά τα «επαναστατικά» που του πουλάνε με θράσος όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για να του αποδείξουν ότι στην κομματική «κομπίνα» δεν είναι απλώς υπεύθυνος αλλά άμεσα μέτοχος κι ο ίδιος. Από ποιον λοιπόν να γυρέψει τα σπασμένα; Μάλλον από τον εαυτό του...
 
Το συμπέρασμα; Δεν είναι δα και κανένα μυστικό ποιες αλλαγές πρέπει να πραγματοποιήσει στον τρόπο λειτουργίας του το Ελληνικό κράτος. Ο στόχος της επιβίωσης, αν κάποτε τεθεί πραγματικά, δεν έχει ούτε εμπόδια, ούτε απαιτεί καμιά ιδιαίτερη σοφία για να γίνει πράξη. Για την ακρίβεια είναι απολύτως ορατός. Εξάλλου, το κόστος στις αποφάσεις (κι εδώ επιστρέφουμε και συγκλίνουμε με την αρχική τοποθέτηση) πάντα θα υπάρχει, ωστόσο το θέμα είναι ότι το ένα κόστος δεν είναι ίδιο με το άλλο. Κι αυτό έχει να κάνει με τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στις οποίες πρόκειται να προβεί κάποιος: μπορεί να «κόψει» με τα μέτρα που επιβάλει (πχ ως κράτος) το «εξοχικό» ή τις συχνές βραδινές εξόδους ή το δεύτερο αυτοκίνητο ή «τα παιδιά σπουδάζουν στο εξωτερικό» από μία οικογένεια, μπορεί όμως να «κόψει» από μία άλλη το φαγητό, το νερό, την υγεία, την εκπαίδευση των παιδιών της, την αξιοπρέπειά της. Το τι θα επιλέξει, ειδικά σε τέτοιους έντονους καιρούς κοινωνικής σύγχυσης και οικονομικής ανισότητας, είναι αυτό που θα αναδείξει και τους στόχους του.
Και οι στόχοι σε κάθε περίσταση -δυστυχώς- μιλούν πολύ φωναχτά και υποδεικνύουν το εξής: γνωρίζεις το πρόβλημα που σε απασχολεί πριν επιχειρήσεις να το λύσεις;

by Antonio 

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Έχουμε το Πανεπιστήμιο που μας δημιουργήσαμε



Τα όσα συμβαίνουν στο Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απόλυτα φυσιολογικά. Όταν εδώ και δεκαετίες το μόνο που θυμίζει ότι (για παράδειγμα) το ΑΠΘ είναι ακαδημαϊκός χώρος είναι το κτίριο και τίποτα άλλο, τι περιμένει κανείς να συμβεί μετά; 
Όταν τόσα χρόνια το πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί για να βγάλει επιστήμονες, δηλαδή ανθρώπους με ιδέες που θα προσφέρουν κάτι καλό στον κόσμο, αλλά νέους πολιτικούς ή νέους μισθωμένους ψηφοφόρους πολιτικών, όταν διοικείται με σκοπό να "βολέψει" ένα σωρό κόσμο (είτε ως καθηγητές, είτε σε όποια άλλη θέση της λειτουργίας του) από υποχρέωση προς το κόμμα, όταν ουσιαστικά έχει εξελιχθεί στην επιτομή των πελατειακών σχέσεων οι οποίες καλλιεργούνται στην Ελλάδα περίπου από την εποχή του Ιωάννη Κωλέττη και προσωπικά εκτιμώ ότι από τότε, ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν, αντ' αυτού διευρύνθηκαν! 
Πλέον, με όλα αυτά να αποτελούν καθημερινότητα στον πυρήνα της ίδιας της λειτουργίας του, δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη φάση της Ελληνικής κοινωνίας, αντί το Πανεπιστήμιο να διαδραματίσει έναν ηγετικό ρόλο υπέρβασής της και κατεύθυνσης μέσω αυτής σε κάτι πολύ ανώτερο, κάθεται και μιμείται τις "παλιοκαιρίσιες" κόντρες που λαμβάνουν χώρα επί μονίμου βάσεως στην παρηκμασμένη Ελληνική Βουλή με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους ή μορφωμένους καθηγητές. 
Αλλά φυσικά κι αυτό δεν είναι άξιον απορίας. Τα ίδια τα κόμματα της Βουλής δημιούργησαν, έθρεψαν και ισχυροποίησαν τις πιο δύσοσμες προεκτάσεις τους στο χώρο της εκπαίδευσης: τις κομματικές νεολαίες. Όταν λοιπόν, μέχρι και πριν από μερικούς μήνες (!) η εκάστοτε κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να μπορεί να συντηρεί κάτι το "αρρωστημένο", που όμως βόλευε σε ένα απόλυτα πελατειακό σύστημα ένα μεγάλο αριθμό φοιτητών σε συνδυασμό με τους καθηγητές, ήταν όλα καλά. Τώρα που εκ των πραγμάτων αυτό κατέληξε σε μια μορφή κατάργησης, η οποία αναπόφευκτα προσέλκυσε άρση πολλών προνομίων και ουσιαστικά κατάργηση των "εξυπηρετήσεων", κανείς δεν μπορεί να το δεχθεί αβίαστα. 
Και το παρανοϊκό της υπόθεσης; Αντί οι φοιτητές ως ένα σώμα, μακριά από ανόητες κομματικές ιδεολογίες, πολιτικά "κηρύγματα" κ.α. να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αποφασίσουν με πρώτο μέλημα την καλυτέρευση του κατεξοχήν αντικειμένου στο οποίο επιτηδεύονται, δηλαδή την εκπαίδευση, αυτοί να σπαταλούν το χρόνο τους σε κακής ποιότητος διαβουλεύσεις και φλύαρες συζητήσεις, αναδεικνύοντας επί της ουσίας ποιος τελικά είναι ο πραγματικός λόγος φοίτησής τους: το μικροσυμφέρον τους. 
Ακριβώς αυτό δηλαδή που διδάχθηκαν από (και διδάσκουν ακόμα) τα κόμματα στην Ελλάδα: "κοίτα να γελάσεις τον άλλο για να βγεις εσύ κερδισμένος". 
Το κακό στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι το παραπάνω μεταλαμπαδεύτηκε υπό τη μορφή ιδεολογιών, παρατάξεων, διεκδικήσεων, αλλά η αμείλικτη δύναμη της πραγματικότητας έχει την ικανότητα να αποδεικνύει την αλήθεια: οι πράξεις μιλούν από μόνες τους. 
Με λίγα λόγια, καταλήψεις εις βάρος του ίδιου μας του εαυτού και της επιστήμης μας (ως φοιτητές) και αντιδράσεις ως αντίποινα από τους καθηγητές. 
Πράγμα λογικό αν υποθέσει κανείς ότι το πανεπιστήμιο δεν συγκροτείται στην πλειοψηφία του από το σχήμα διδάσκοντες-διδασκόμενοι (ζεύγος απόλυτα υγιές με βάση την έννοια ύπαρξης ενός Ακαδημαϊκού σκοπού) αλλά από τη γενικευμένη έκφραση "κομματικά (και μικροπροσωπικά) συμφέροντα". 
Κι αν αυτό που λέω είναι ανοησία ας μου απαντήσει κάποιος: η τωρινή κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης και διαμάχης, η ίδια η αυτοκαταστροφική δραστηριότητα από το σύνολο καθηγητών και φοιτητών εις βάρος το ίδιου του Πανεπιστημίου, θα λάμβανε χώρα αν πραγματικά ίσχυε το πρώτο σχήμα; Αν όχι, τότε υπό ποία έννοια, έστω και ασυνείδητα, βρισκόμαστε στον Ακαδημαϊκό χώρο (καθηγητές και φοιτητές); Μήπως ήρθε -επιτέλους- η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και ν' αρχίσουμε τις αλήθειες; 
Εκτός αν προτιμάμε να είμαστε διακοσμητικά στοιχεία ή απλώς υπεύθυνοι στην αυτοκαταστροφή μας. Ειδάλλως η λύση είναι μία: καθηγητές και φοιτητές ενωμένοι, μακριά από κάθε είδους κομματικές παρατάξεις και "χρωματιστές" ιδέες. Εξάλλου για εμάς (καθηγητές και φοιτητές) το... "κόμμα" που ανήκουμε είναι και πρέπει να είναι ένα: αποκλειστικά το Πανεπιστήμιο. Ποτέ δεν είναι αργά. Το λάθος δεν διορθώνεται με λάθος.

By Antonio