Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Εγώ, είμαι με τον ντελιβερά



Βαρέθηκα πια να με αποκαλούνε ατομικιστή επειδή μου τη δίνουν στα νεύρα οι πορείες των ταξιτζήδων, οι αποκλεισμοί από τους φορτηγατζήδες, οι διακοπές ρεύματος από τους υπαλλήλους της ΔΕΗ, οι συνεχείς απεργίες των δικαστικών, οι αναίτια απρόσμενες αναβολές εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και γενικώς οι κάθε είδους δυσλειτουργίες που συμβαίνουν στη χώρα μας εξαιτίας του αγώνα που διατείνονται ότι δίνουν τα σωματεία των εργασιακών κλάδων στην Ελλάδα.
Βαρέθηκα να μου λένε ότι κοιτώ την πάρτη μου όταν θέλω να πάω στη δουλειά μου ή όταν και επειδή καλοκαίριασε θέλω να πάω να κάνω ένα ρημαδομπάνιο στη θάλασσα και δεν συμμερίζομαι των αγώνα τους για κάποια περιβόητα δικαιώματα, επειδή γκρινιάζω με τη στάση τους.
Κι όμως έχω την εντύπωση ότι ενόσω ίσχυαν αλλά και αυξάνονταν τα «δικαιώματα» όλων αυτών των κλάδων, η χώρα μας έφτασε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Γιατί η λεγόμενη «πρόοδος» που επήλθε σε πολλούς επαγγελματικούς χώρους όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων στην εποχή μας δεν ήταν αποτέλεσμα συνολικών αγώνων που έδιναν ΟΛΟΙ οι πολίτες της χώρας για τον κοινό σκοπό της κατάκτησης των δικαιωμάτων της ευημερίας και της αξιοπρέπειας που οφείλει να απολαμβάνει ο κάθε επαγγελματίας-εργαζόμενος ανεξαιρέτως, αλλά αντίθετα της επιδίωξης του ατομικού μικροσυμφέροντος που προσπάθησε να εξασφαλίσει ο εκάστοτε κλάδος είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο είτε όχι.
Και το αποτέλεσμα; Οι αγώνες όσων τομέων είχαν ή απέκτησαν ισχυρό κόσμο κι άρα εν δυνάμει αποτελούσαν ψηφοφόρους για την κομματική κυβερνητική μηχανή, δικαιώθηκαν. Τα προνόμιά τους απέκτησαν μορφή δικαιωμάτων, ακόμα βέβαια κι αν αυτά αποδεικνύονταν στην πράξη επιζήμια για το συνολικό βάρος της κοινωνίας, οι κατά καιρούς στάσεις εργασίας τους μετονομάστηκαν σε δημοκρατικές διεκδικήσεις, ενώ ταυτοχρόνως ο κατεξοχήν ρόλος τους, δηλαδή η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν πέρασε σε δεύτερη μοίρα, χωρίς κανείς να ασχολείται αν αυτά που ζητούν συνεχώς αλλά και όσα, πλουσιοπάροχα εν σχέσει με ένα άλλο μέρος της κοινωνίας, καρπώνονται αντιστοιχούν στις παρεχόμενες υπηρεσίες!
Φυσικά ένα τέτοιο παρασιτικό σύστημα οικονομίας δεν είχε και πολύ μέλλον μπροστά του. Και ήδη όχι πολλά χρόνια αφότου αυτό το προχειροκατασκευασμένο «έκτρωμα» που οι κυβερνώντες μας το αποκαλούν οικονομία κατέρρευσε. Το εισαγόμενο και κυρίως ΔΑΝΕΙΚΟ «μέλι» τελείωσε και η ανάγκη για μειώσεις και… αρνήσεις στις απαιτήσεις όλων αυτών των ισχυρών συνδικαλιστικά επαγγελματικών κλάδων ήταν ΠΟΛΥ ΛΟΓΙΚΟ να έρθουν, αφού προ πολλού αυτή η χώρα δεν διάλεξε να παράγει για να ζει αλλά να τρέφεται με τα «ξένα», υποθηκεύοντας περιουσιακά στοιχεία, κυρίως δε το ελάχιστο που έχει στη δικαιοδοσία του ο κάθε Έλληνας: την αξιοπρέπειά του.
Βεβαίως, ακόμα είναι νωρίς και ελάχιστοι από αυτούς που ανήκουν σε κάποιον ισχυρό επαγγελματικό συνδικαλιστικό χώρο έχει πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί. Οι περισσότεροι συνεχίζουν να «αγωνίζονται» για τα κεκτημένα αλλά και για τα μελλούμενα, αδιαφορώντας πλήρως αν, πρώτον, οι απαιτήσεις τους είναι ζημιογόνες για την οικονομική κατάσταση της χώρας και συγκεκριμένα για την οικονομική κατάσταση του πλησίον τους, και δεύτερον, αν ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να τις διεκδικήσουν είναι τέτοιος που επιτείνει με πολύ σκληρό τρόπο το κακό που μαστίζει την παραπαίουσα Ελληνική κοινωνία.

Κι όμως, δυστυχώς, δεν γνωρίζουν όλοι αυτοί που περιγράφονται παραπάνω ότι υπάρχουν κι άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, οι οποίες ενδεχομένως να τραβάνε μεγαλύτερο οικονομικό λούκι από αυτούς, αφού ούτε κάποιον «πατέρα» έχουν να τους προστατεύει ούτε φυσικά το αφεντικό στις δουλειές μέσα από τις οποίες πολλοί προσπαθούν να ζήσουν ακόμα και ολόκληρες οικογένειες, θα τους χαλαλίσει τίποτα αν αργήσουν να πάνε στην ώρα τους επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να κλείσουν τους δρόμους με το έτσι θέλω.

Αυτές, τις τόσο ταλαίπωρες κατηγορίες εργαζομένων που πραγματικά μοχθούν για το μεροκάματο είναι, όμως, που τις βγάζω το καπέλο. Όχι γιατί βρίσκονται σε μία οικονομικώς δεινή θέση. Αλλά γιατί δεν τσίμπησαν σαν τσιπούρες στο δόλωμα αυτού του τύπου της κομματικής λειτουργίας που εγκαθιδρύθηκε τη χώρα μας εδώ και αρκετά χρόνια. Όχι, αυτή η κατατρεγμένη τάξη εργαζομένων δεν λύγισε μπροστά στα φράγκα, αντ’ αυτού ακόμα και στις μέρες μας είναι η μόνη που δεν βγάζει μιλιά και παλεύει καθημερινά για ένα ακόμα μεροκάματο του τρόμου. Μπορεί άλλωστε να κάνει κι αλλιώς; Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι ένας που τα έχει χάσει όλα, δεν έχει τίποτα χειρότερο να περιμένει. Παρά μόνο τη δικαίωση.

Αποκλειστικά και μόνο σ΄ αυτόν τον αγώνα θέλω να σταθώ δίπλα. Ίσως ο μοναδικός που εκφράζει με τον δικό του τρόπο κάτι τόσο απλό αλλά τόσο ουσιώδες: «Το μόνο εργασιακό δικαίωμα είναι η επιβίωση όλων». Αν τώρα ο ασπασμός του με κατατάσσει στα μάτια πολλών ως ατομικιστή, τότε ναι, μπορεί και να είμαι. Εκείνο όμως που λέω στα σίγουρα είναι το εξής: «ΕΙΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΛΙΒΕΡΑ, ΤΗΝ ΠΩΛΗΤΡΙΑ, ΤΟΝ ΣΕΡΒΙΤΟΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟ».  

By Antonio

Που πάτε ρε Νταβέληδες;



Πάντα είχα την απορία πως είναι δυνατόν μία κουταλιά σκόνη καφέ, μία ζάχαρη χτυπημένα στη μηχανή διαλυμένα μέσα σε λίγο νερό να κοστίζουν ένα αστρονομικό για τις ημέρες μας ποσό που αγγίζει τα… 5 ευρώ. Ήθελα να ήξερα τι χρεώνεται τόσο εξαιρετικά στην όλη διαδικασία. Τα παγάκια?
Προφανώς κι όχι θα πει κανείς. Είναι η ατμόσφαιρα, το μέρος, οι υπηρεσίες και γενικώς η μούρη που πουλάει το μαγαζί. Εντάξει καλά όλα αυτά. Αλλά αν το κάνουμε το συγκεκριμένο το θέμα και μιλήσουμε φερ’ ειπείν για ένα κλασικό Χαλκιδικιώτικο beach bar και προσθέσουμε στην παραπάνω τιμή για τον καφέ ακόμα 4 ευρώ για ξαπλώστρα και ομπρέλα τότε η επιθυμία για μερικές στιγμές χαλάρωσης στην αγαπημένη σου παραλία κοστίζουν κοντά στα… 10 ευρώ (δεν πρόσθεσα φυσικά καμία αγορά προϊόντος προς βρώση από το κατάστημα που περιγράφω γιατί τότε επιβάλλεται να κουβαλάς… μπλοκ επιταγών μαζί σου). Δηλαδή για να μιλήσουμε με πιο παραστατικά λόγια, κοστίζουν όσο περίπου το μισό από όσο είναι το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου υπαλλήλου στη χώρα μας!!!
Θα μου πει κανείς: «Μην πας εκεί ρε φίλε», ή ίσως «Κάποιοι έχουν τα χρήματα να πάνε». Ε, και θα του απαντήσω: «Αν συνεχιστεί αυτό, ο επιχειρηματίας του εν λόγω καταστήματος ας το πάρει απόφαση ότι είναι το τελευταίο καλοκαίρι που έχει δουλειά και μετά ας αγοράσει μια καλή μυγοσκοτώστρα γιατί θα πέσει σύννεφο η καρπαζιά στις μύγες τα επόμενα καλοκαίρια»!!
Γιατί; Τι γιατί ρε καλλιτέχνη; Γιατί όποιος επιχειρηματίας λειτουργεί με το παραπάνω σκεπτικό, δηλαδή «δυο-τρεις μήνες δουλειά είναι, ας αρπάξουμε όσο πιο πολλά μπορούμε όσο έρχεται ακόμα κόσμος» είναι επιεικώς πρωτόγονος. Ούτε στην εποχή του Χαλκού δεν σκέφτονταν τόσο προκλητικά αισχροκερδώς όσοι προσπαθούσαν να κερδίσουν τον επιούσιο άρτο μέσα από κάποια επιχείρηση. Δε λέω, αρκετά χρήματα δόθηκαν αφειδώς εδώ και μια τριακονταετία στη χώρα μας και μάλιστα σε ένα μεγάλο μέρους του πληθυσμού και άμεσο αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ή η διαμόρφωση επαγγελμάτων που όχι μόνο δεν υπήρχαν (έτσι) παλαιότερα αλλά που βασίζονται αποκλειστικά στην αφαίμαξη χρημάτων από τους πολίτες που πλέον τους περίσσευαν!
Αξιοπρόσεκτη το δίχως άλλο η εν λόγω τακτική αλλά οπωσδήποτε με... ημερομηνία λήξης. Η ώρα της οποίας φαίνεται να ήρθε πια με το ξέσπασμα της λεγόμενης οικονομικής κρίσης -και- στη χώρα μας. Ο κόσμος πλέον ΔΕΝ έχει χρήματα, και όσοι έχουν, πλην βεβαίως κάποιες κατηγορίες που ούτως ή άλλως αποτελούν ένα άλλο κοινό που πάντα θα έχει πολλά φράγκα, είναι από όσους «ξέμειναν» και οι οποίοι φυσικά επειδή ακριβώς βλέπουν ότι ένα ιδιαίτερα σκοτεινό «αύριο» πρόκειται να τους επισκεφθεί κάνουν ότι μπορούν για να το αντιμετωπίσουν προετοιμασμένοι.
Συνεπώς: εσύ που ποντάρεις ότι χρεώνοντας λησταρχικώς περίπου 10 ευρώ το «κεφάλι» τον κάθε σου πελάτη, χωρίς παράλληλα να προσφέρεις αξιομνημόνευτες υπηρεσίες, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να «αρπάξεις» όσο περισσότερα γίνεται κι όχι πρωτίστως να εκπληρώσεις τον ρόλο σου, δηλαδή να ευχαριστήσεις τους θαμώνες του μαγαζιού σου, μάθε ότι ο κόσμος δεν άφησε την ιδέα να πάει διακοπές φέτος επειδή ήθελε να έρθει στο δικό σου στέκι και να τα ακουμπήσει. 
Κι αν σε μία περίοδο ευημερίας είχες την ευχέρεια να διαμορφώσεις το οικονομικό επίπεδο των πελατών σου, σε μία περίοδο κρίσης νικητής αναδεικνύεται όποιος στο φινάλε παραμένει ανοικτός και δεν κατεβάζει τα ρολά… 

by Antonio