Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο στόχος προηγείται της λύσης



Πρόσφατα διάβασα ότι το ΚΚΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής μνημονίου, προκειμένου να καταφέρει να αντεπεξέλθει στις επιχειρήσεις που διατηρεί προχώρησε σε δραστικές μειώσεις και -απαραίτητες- απολύσεις εργαζομένων. Με τους ιθύνοντες να δηλώνουν υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να κινηθούν με αυτόν τον τρόπο, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η ίδια η επιβίωση θα ήταν αδύνατη. 
Δεν το βρίσκω παράλογο αυτό. Είναι μία σκληρή απόφαση αν μη τι άλλο, ωστόσο όταν η κατάσταση απαιτεί αλλαγές και σε καλεί να προχωρήσεις σε μεταρρυθμίσεις έτσι ώστε να τα φέρεις εις πέρας, είναι δεδομένο ότι θα αναλάβεις ένα κόστος. Από τη μία υπάρχει το κόστος του να μην προσαρμοστείς στις ανάγκες της υπάρχουσας κατάστασης και κι άρα να υποστείς τις όποιες συνέπειες αυτής της στασιμότητας. Από την άλλη, υπάρχει το άλλο κόστος: να βάλεις μπρος τις μεταρρυθμίσεις που πιστεύεις ότι ανταποκρίνονται στις περιστάσεις, αναλαμβάνοντας το όποιο κόστος των αποφάσεών σου, οι οποίες είτε θα αποδώσουν είτε 100%, είτε εν μέρει, είτε βέβαια και θα αποτύχουν. 


Έτσι, έρχεσαι αντιμέτωπος με το ερώτημα: ποια είναι η επιλογή με το μικρότερο δυνατό κόστος;


(Εδώ αφήνουμε αυτό το θέμα στην άκρη για λίγο και ανοίγουμε μία μεγάλη παρέκβαση προκειμένου να τη συνδέσουμε με την παραπάνω). 

Το θέμα της οικονομικής διαχείρισης σε οποιονδήποτε κλάδο εξαρτάται από τους στόχους. Για την ακρίβεια, η έννοια της οικονομίας, εκτιμώ, ότι είναι ταυτισμένη με την έννοια της φράσης «θέτω στόχους». Αναπόφευκτα (δηλαδή είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) όταν έχεις να διαχειριστείς ένα ποσό -από δέκα ευρώ έως ένα εκατομμύριο- είτε αυτό αφορά τον κουμπαρά ενός ανήλικου παιδιού, τον «προϋπολογισμό» μιας τετραμελούς οικογένειας έως και τον επίσημο προϋπολογισμό ενός κράτους, θέτεις στόχους, τους οποίους μάλιστα πετυχαίνεις πάντοτε, οπότε στο φινάλε, αναλόγως τα τελικά αποτελέσματα της επίτευξης των στόχων που έθεσες παρατηρείς/αναρωτιέσαι το εξής: έθεσα τους σωστούς στόχους;

Στην περίπτωση του ΚΚΕ το πράγμα ακολουθεί την ίδια διαδρομή: όσον αφορά τον τομέα «διοίκηση της επιχείρησης» παρουσιάζονται σκληροί, αμείλικτοι, λειτουργούν με βάση το συμφέρον κι ας έχει αυτό το οποιοδήποτε κόστος. Κι όλα αυτά στο βωμό της «επιβίωσης» του μαγαζιού. Πρόβλημα; Κανένα. Απολύτως σύμφωνοι. Ο ίδιος ο στόχος της «επιβίωσης» που έχουν εντελώς συνειδητά θέσει διαφαίνεται από την παραστατικότητα των πράξεών τους. Αντιθέτως, στην περίπτωση «κράτος» του κόμμα του ΚΚΕ δείχνει με τις πράξεις του να αντιμετωπίζει το -παρόμοιο- ζήτημα της «επιβίωσης» από μία άλλη οπτική. Σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, αν και τα γεγονότα αναφέρουν ότι τα έξοδα έχουν υπερκεράσει προ πολλού τα έσοδα, πράγμα που σημαίνει ότι το ένα μέρος των πολιτών δεν αντέχει παραπάνω να πληρώνει στο κράτος για να μπορεί το δεύτερο να διατηρεί το… υπόλοιπο μέρος των πολιτών που πληρώνεται από το δημόσιο και επί της ουσίας συντηρεί δια της ψήφου του το κράτος.
Κι έτσι φτάνουμε στο εξής προκείμενο: ένα κράτος ως επιχείρηση με: 1) μηδέν παραγωγική ανάπτυξη, 2) υψηλό ποσοστό «πραγματικής» ανεργίας, δηλαδή επισήμως άνεργοι και ταυτόχρονα -υποτιθέμενοι- εν-ενεργοί που όμως επί της ουσίας η δουλειά τους έχει πέσει για τα καλά έξω, 3) τεράστιο και συνάμα ανασταλτικό (λόγω του τρόπου λειτουργίας) δημόσιου τομέα, ο οποίος τόσο σε αριθμό ατόμων σε σχέση με τις ανάγκες του κράτους, όσο και σε αριθμό κόστους σε σχέση με την αντίστοιχη προσφορά (μέσω της επιτέλεσης του ρόλου του) παραδίδει αποτελέσματα με αρνητικό πρόσημο, 4) βασικά έσοδα από… δανεικά χρήματα.

Πόσες ελπίδες μπορεί να έχει αυτή η επιχείρηση να επιβιώσει αν συνεχίσει με αυτόν τον τρόπο; Καμία. Ή και λιγότερες από καμία.Εκτός αν πιστεύουν κάποιοι ότι, όπως συμβαίνει τελευταία στο Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, θα εμφανιστεί κανένας Άραβας σεΐχης ή Ρώσος επιχειρηματίας και θα μας δωρίσει μερικά δισεκατομμύρια, έτσι για… πλάκα.

Φυσικά όμως κι η στάση του ΚΚΕ απέναντι στα παραπάνω προβλήματα της επιχείρησης που λέγεται Ελληνικό κράτος είναι απολύτως ταυτισμένη με τους διαφαινόμενους στόχους του: «καμία απόλυση», «να μη χάσει ο κόσμος της δουλειές του και τα κεκτημένα δικαιώματα ετών», «έξω τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης και της Τρόικα». Και δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική στάση εφόσον όταν αφαιρεί το κοστούμι του «επιχειρηματία» και ενδύεται αυτό του «πολιτικού» ο στόχος δεν είναι η «επιβίωση» της επιχείρησης-κράτους, αλλ’ αποκλειστικά και μόνο το καλό της παράταξης.
Ναι, εδώ ίσως υπάρχει μία σύγκρουση ρόλων: πως γίνεται το καλό του κόμματος να είναι πιο πάνω από το καλό του κράτους εφόσον αν δεν υπάρχει κράτος δεν υπάρχει και παράταξη; Η απάντηση απλή: το καλό της παράταξης προηγείται για όσο ΑΚΟΜΑ υπάρχει κράτος. Το θύμα παραμένει βέβαια το ίδιο και στη μία και στην άλλη περίπτωση: ο λαός. Αυτός θα χάσει τη δουλειά του, αυτός θα χάσει την αξιοπρέπειά του για να τον «βολέψει» το κάθε κόμμα, αυτός θα πληρώσει τα σπασμένα και κυρίως αυτός θα μασήσει και θα χωνέψει όλ’ αυτά τα «επαναστατικά» που του πουλάνε με θράσος όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για να του αποδείξουν ότι στην κομματική «κομπίνα» δεν είναι απλώς υπεύθυνος αλλά άμεσα μέτοχος κι ο ίδιος. Από ποιον λοιπόν να γυρέψει τα σπασμένα; Μάλλον από τον εαυτό του...
 
Το συμπέρασμα; Δεν είναι δα και κανένα μυστικό ποιες αλλαγές πρέπει να πραγματοποιήσει στον τρόπο λειτουργίας του το Ελληνικό κράτος. Ο στόχος της επιβίωσης, αν κάποτε τεθεί πραγματικά, δεν έχει ούτε εμπόδια, ούτε απαιτεί καμιά ιδιαίτερη σοφία για να γίνει πράξη. Για την ακρίβεια είναι απολύτως ορατός. Εξάλλου, το κόστος στις αποφάσεις (κι εδώ επιστρέφουμε και συγκλίνουμε με την αρχική τοποθέτηση) πάντα θα υπάρχει, ωστόσο το θέμα είναι ότι το ένα κόστος δεν είναι ίδιο με το άλλο. Κι αυτό έχει να κάνει με τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στις οποίες πρόκειται να προβεί κάποιος: μπορεί να «κόψει» με τα μέτρα που επιβάλει (πχ ως κράτος) το «εξοχικό» ή τις συχνές βραδινές εξόδους ή το δεύτερο αυτοκίνητο ή «τα παιδιά σπουδάζουν στο εξωτερικό» από μία οικογένεια, μπορεί όμως να «κόψει» από μία άλλη το φαγητό, το νερό, την υγεία, την εκπαίδευση των παιδιών της, την αξιοπρέπειά της. Το τι θα επιλέξει, ειδικά σε τέτοιους έντονους καιρούς κοινωνικής σύγχυσης και οικονομικής ανισότητας, είναι αυτό που θα αναδείξει και τους στόχους του.
Και οι στόχοι σε κάθε περίσταση -δυστυχώς- μιλούν πολύ φωναχτά και υποδεικνύουν το εξής: γνωρίζεις το πρόβλημα που σε απασχολεί πριν επιχειρήσεις να το λύσεις;

by Antonio 

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Έχουμε το Πανεπιστήμιο που μας δημιουργήσαμε



Τα όσα συμβαίνουν στο Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απόλυτα φυσιολογικά. Όταν εδώ και δεκαετίες το μόνο που θυμίζει ότι (για παράδειγμα) το ΑΠΘ είναι ακαδημαϊκός χώρος είναι το κτίριο και τίποτα άλλο, τι περιμένει κανείς να συμβεί μετά; 
Όταν τόσα χρόνια το πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί για να βγάλει επιστήμονες, δηλαδή ανθρώπους με ιδέες που θα προσφέρουν κάτι καλό στον κόσμο, αλλά νέους πολιτικούς ή νέους μισθωμένους ψηφοφόρους πολιτικών, όταν διοικείται με σκοπό να "βολέψει" ένα σωρό κόσμο (είτε ως καθηγητές, είτε σε όποια άλλη θέση της λειτουργίας του) από υποχρέωση προς το κόμμα, όταν ουσιαστικά έχει εξελιχθεί στην επιτομή των πελατειακών σχέσεων οι οποίες καλλιεργούνται στην Ελλάδα περίπου από την εποχή του Ιωάννη Κωλέττη και προσωπικά εκτιμώ ότι από τότε, ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν, αντ' αυτού διευρύνθηκαν! 
Πλέον, με όλα αυτά να αποτελούν καθημερινότητα στον πυρήνα της ίδιας της λειτουργίας του, δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη φάση της Ελληνικής κοινωνίας, αντί το Πανεπιστήμιο να διαδραματίσει έναν ηγετικό ρόλο υπέρβασής της και κατεύθυνσης μέσω αυτής σε κάτι πολύ ανώτερο, κάθεται και μιμείται τις "παλιοκαιρίσιες" κόντρες που λαμβάνουν χώρα επί μονίμου βάσεως στην παρηκμασμένη Ελληνική Βουλή με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους ή μορφωμένους καθηγητές. 
Αλλά φυσικά κι αυτό δεν είναι άξιον απορίας. Τα ίδια τα κόμματα της Βουλής δημιούργησαν, έθρεψαν και ισχυροποίησαν τις πιο δύσοσμες προεκτάσεις τους στο χώρο της εκπαίδευσης: τις κομματικές νεολαίες. Όταν λοιπόν, μέχρι και πριν από μερικούς μήνες (!) η εκάστοτε κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να μπορεί να συντηρεί κάτι το "αρρωστημένο", που όμως βόλευε σε ένα απόλυτα πελατειακό σύστημα ένα μεγάλο αριθμό φοιτητών σε συνδυασμό με τους καθηγητές, ήταν όλα καλά. Τώρα που εκ των πραγμάτων αυτό κατέληξε σε μια μορφή κατάργησης, η οποία αναπόφευκτα προσέλκυσε άρση πολλών προνομίων και ουσιαστικά κατάργηση των "εξυπηρετήσεων", κανείς δεν μπορεί να το δεχθεί αβίαστα. 
Και το παρανοϊκό της υπόθεσης; Αντί οι φοιτητές ως ένα σώμα, μακριά από ανόητες κομματικές ιδεολογίες, πολιτικά "κηρύγματα" κ.α. να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αποφασίσουν με πρώτο μέλημα την καλυτέρευση του κατεξοχήν αντικειμένου στο οποίο επιτηδεύονται, δηλαδή την εκπαίδευση, αυτοί να σπαταλούν το χρόνο τους σε κακής ποιότητος διαβουλεύσεις και φλύαρες συζητήσεις, αναδεικνύοντας επί της ουσίας ποιος τελικά είναι ο πραγματικός λόγος φοίτησής τους: το μικροσυμφέρον τους. 
Ακριβώς αυτό δηλαδή που διδάχθηκαν από (και διδάσκουν ακόμα) τα κόμματα στην Ελλάδα: "κοίτα να γελάσεις τον άλλο για να βγεις εσύ κερδισμένος". 
Το κακό στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι το παραπάνω μεταλαμπαδεύτηκε υπό τη μορφή ιδεολογιών, παρατάξεων, διεκδικήσεων, αλλά η αμείλικτη δύναμη της πραγματικότητας έχει την ικανότητα να αποδεικνύει την αλήθεια: οι πράξεις μιλούν από μόνες τους. 
Με λίγα λόγια, καταλήψεις εις βάρος του ίδιου μας του εαυτού και της επιστήμης μας (ως φοιτητές) και αντιδράσεις ως αντίποινα από τους καθηγητές. 
Πράγμα λογικό αν υποθέσει κανείς ότι το πανεπιστήμιο δεν συγκροτείται στην πλειοψηφία του από το σχήμα διδάσκοντες-διδασκόμενοι (ζεύγος απόλυτα υγιές με βάση την έννοια ύπαρξης ενός Ακαδημαϊκού σκοπού) αλλά από τη γενικευμένη έκφραση "κομματικά (και μικροπροσωπικά) συμφέροντα". 
Κι αν αυτό που λέω είναι ανοησία ας μου απαντήσει κάποιος: η τωρινή κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης και διαμάχης, η ίδια η αυτοκαταστροφική δραστηριότητα από το σύνολο καθηγητών και φοιτητών εις βάρος το ίδιου του Πανεπιστημίου, θα λάμβανε χώρα αν πραγματικά ίσχυε το πρώτο σχήμα; Αν όχι, τότε υπό ποία έννοια, έστω και ασυνείδητα, βρισκόμαστε στον Ακαδημαϊκό χώρο (καθηγητές και φοιτητές); Μήπως ήρθε -επιτέλους- η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και ν' αρχίσουμε τις αλήθειες; 
Εκτός αν προτιμάμε να είμαστε διακοσμητικά στοιχεία ή απλώς υπεύθυνοι στην αυτοκαταστροφή μας. Ειδάλλως η λύση είναι μία: καθηγητές και φοιτητές ενωμένοι, μακριά από κάθε είδους κομματικές παρατάξεις και "χρωματιστές" ιδέες. Εξάλλου για εμάς (καθηγητές και φοιτητές) το... "κόμμα" που ανήκουμε είναι και πρέπει να είναι ένα: αποκλειστικά το Πανεπιστήμιο. Ποτέ δεν είναι αργά. Το λάθος δεν διορθώνεται με λάθος.

By Antonio

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Εγώ, είμαι με τον ντελιβερά



Βαρέθηκα πια να με αποκαλούνε ατομικιστή επειδή μου τη δίνουν στα νεύρα οι πορείες των ταξιτζήδων, οι αποκλεισμοί από τους φορτηγατζήδες, οι διακοπές ρεύματος από τους υπαλλήλους της ΔΕΗ, οι συνεχείς απεργίες των δικαστικών, οι αναίτια απρόσμενες αναβολές εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και γενικώς οι κάθε είδους δυσλειτουργίες που συμβαίνουν στη χώρα μας εξαιτίας του αγώνα που διατείνονται ότι δίνουν τα σωματεία των εργασιακών κλάδων στην Ελλάδα.
Βαρέθηκα να μου λένε ότι κοιτώ την πάρτη μου όταν θέλω να πάω στη δουλειά μου ή όταν και επειδή καλοκαίριασε θέλω να πάω να κάνω ένα ρημαδομπάνιο στη θάλασσα και δεν συμμερίζομαι των αγώνα τους για κάποια περιβόητα δικαιώματα, επειδή γκρινιάζω με τη στάση τους.
Κι όμως έχω την εντύπωση ότι ενόσω ίσχυαν αλλά και αυξάνονταν τα «δικαιώματα» όλων αυτών των κλάδων, η χώρα μας έφτασε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Γιατί η λεγόμενη «πρόοδος» που επήλθε σε πολλούς επαγγελματικούς χώρους όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων στην εποχή μας δεν ήταν αποτέλεσμα συνολικών αγώνων που έδιναν ΟΛΟΙ οι πολίτες της χώρας για τον κοινό σκοπό της κατάκτησης των δικαιωμάτων της ευημερίας και της αξιοπρέπειας που οφείλει να απολαμβάνει ο κάθε επαγγελματίας-εργαζόμενος ανεξαιρέτως, αλλά αντίθετα της επιδίωξης του ατομικού μικροσυμφέροντος που προσπάθησε να εξασφαλίσει ο εκάστοτε κλάδος είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο είτε όχι.
Και το αποτέλεσμα; Οι αγώνες όσων τομέων είχαν ή απέκτησαν ισχυρό κόσμο κι άρα εν δυνάμει αποτελούσαν ψηφοφόρους για την κομματική κυβερνητική μηχανή, δικαιώθηκαν. Τα προνόμιά τους απέκτησαν μορφή δικαιωμάτων, ακόμα βέβαια κι αν αυτά αποδεικνύονταν στην πράξη επιζήμια για το συνολικό βάρος της κοινωνίας, οι κατά καιρούς στάσεις εργασίας τους μετονομάστηκαν σε δημοκρατικές διεκδικήσεις, ενώ ταυτοχρόνως ο κατεξοχήν ρόλος τους, δηλαδή η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν πέρασε σε δεύτερη μοίρα, χωρίς κανείς να ασχολείται αν αυτά που ζητούν συνεχώς αλλά και όσα, πλουσιοπάροχα εν σχέσει με ένα άλλο μέρος της κοινωνίας, καρπώνονται αντιστοιχούν στις παρεχόμενες υπηρεσίες!
Φυσικά ένα τέτοιο παρασιτικό σύστημα οικονομίας δεν είχε και πολύ μέλλον μπροστά του. Και ήδη όχι πολλά χρόνια αφότου αυτό το προχειροκατασκευασμένο «έκτρωμα» που οι κυβερνώντες μας το αποκαλούν οικονομία κατέρρευσε. Το εισαγόμενο και κυρίως ΔΑΝΕΙΚΟ «μέλι» τελείωσε και η ανάγκη για μειώσεις και… αρνήσεις στις απαιτήσεις όλων αυτών των ισχυρών συνδικαλιστικά επαγγελματικών κλάδων ήταν ΠΟΛΥ ΛΟΓΙΚΟ να έρθουν, αφού προ πολλού αυτή η χώρα δεν διάλεξε να παράγει για να ζει αλλά να τρέφεται με τα «ξένα», υποθηκεύοντας περιουσιακά στοιχεία, κυρίως δε το ελάχιστο που έχει στη δικαιοδοσία του ο κάθε Έλληνας: την αξιοπρέπειά του.
Βεβαίως, ακόμα είναι νωρίς και ελάχιστοι από αυτούς που ανήκουν σε κάποιον ισχυρό επαγγελματικό συνδικαλιστικό χώρο έχει πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί. Οι περισσότεροι συνεχίζουν να «αγωνίζονται» για τα κεκτημένα αλλά και για τα μελλούμενα, αδιαφορώντας πλήρως αν, πρώτον, οι απαιτήσεις τους είναι ζημιογόνες για την οικονομική κατάσταση της χώρας και συγκεκριμένα για την οικονομική κατάσταση του πλησίον τους, και δεύτερον, αν ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να τις διεκδικήσουν είναι τέτοιος που επιτείνει με πολύ σκληρό τρόπο το κακό που μαστίζει την παραπαίουσα Ελληνική κοινωνία.

Κι όμως, δυστυχώς, δεν γνωρίζουν όλοι αυτοί που περιγράφονται παραπάνω ότι υπάρχουν κι άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, οι οποίες ενδεχομένως να τραβάνε μεγαλύτερο οικονομικό λούκι από αυτούς, αφού ούτε κάποιον «πατέρα» έχουν να τους προστατεύει ούτε φυσικά το αφεντικό στις δουλειές μέσα από τις οποίες πολλοί προσπαθούν να ζήσουν ακόμα και ολόκληρες οικογένειες, θα τους χαλαλίσει τίποτα αν αργήσουν να πάνε στην ώρα τους επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να κλείσουν τους δρόμους με το έτσι θέλω.

Αυτές, τις τόσο ταλαίπωρες κατηγορίες εργαζομένων που πραγματικά μοχθούν για το μεροκάματο είναι, όμως, που τις βγάζω το καπέλο. Όχι γιατί βρίσκονται σε μία οικονομικώς δεινή θέση. Αλλά γιατί δεν τσίμπησαν σαν τσιπούρες στο δόλωμα αυτού του τύπου της κομματικής λειτουργίας που εγκαθιδρύθηκε τη χώρα μας εδώ και αρκετά χρόνια. Όχι, αυτή η κατατρεγμένη τάξη εργαζομένων δεν λύγισε μπροστά στα φράγκα, αντ’ αυτού ακόμα και στις μέρες μας είναι η μόνη που δεν βγάζει μιλιά και παλεύει καθημερινά για ένα ακόμα μεροκάματο του τρόμου. Μπορεί άλλωστε να κάνει κι αλλιώς; Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι ένας που τα έχει χάσει όλα, δεν έχει τίποτα χειρότερο να περιμένει. Παρά μόνο τη δικαίωση.

Αποκλειστικά και μόνο σ΄ αυτόν τον αγώνα θέλω να σταθώ δίπλα. Ίσως ο μοναδικός που εκφράζει με τον δικό του τρόπο κάτι τόσο απλό αλλά τόσο ουσιώδες: «Το μόνο εργασιακό δικαίωμα είναι η επιβίωση όλων». Αν τώρα ο ασπασμός του με κατατάσσει στα μάτια πολλών ως ατομικιστή, τότε ναι, μπορεί και να είμαι. Εκείνο όμως που λέω στα σίγουρα είναι το εξής: «ΕΙΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΛΙΒΕΡΑ, ΤΗΝ ΠΩΛΗΤΡΙΑ, ΤΟΝ ΣΕΡΒΙΤΟΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟ».  

By Antonio

Που πάτε ρε Νταβέληδες;



Πάντα είχα την απορία πως είναι δυνατόν μία κουταλιά σκόνη καφέ, μία ζάχαρη χτυπημένα στη μηχανή διαλυμένα μέσα σε λίγο νερό να κοστίζουν ένα αστρονομικό για τις ημέρες μας ποσό που αγγίζει τα… 5 ευρώ. Ήθελα να ήξερα τι χρεώνεται τόσο εξαιρετικά στην όλη διαδικασία. Τα παγάκια?
Προφανώς κι όχι θα πει κανείς. Είναι η ατμόσφαιρα, το μέρος, οι υπηρεσίες και γενικώς η μούρη που πουλάει το μαγαζί. Εντάξει καλά όλα αυτά. Αλλά αν το κάνουμε το συγκεκριμένο το θέμα και μιλήσουμε φερ’ ειπείν για ένα κλασικό Χαλκιδικιώτικο beach bar και προσθέσουμε στην παραπάνω τιμή για τον καφέ ακόμα 4 ευρώ για ξαπλώστρα και ομπρέλα τότε η επιθυμία για μερικές στιγμές χαλάρωσης στην αγαπημένη σου παραλία κοστίζουν κοντά στα… 10 ευρώ (δεν πρόσθεσα φυσικά καμία αγορά προϊόντος προς βρώση από το κατάστημα που περιγράφω γιατί τότε επιβάλλεται να κουβαλάς… μπλοκ επιταγών μαζί σου). Δηλαδή για να μιλήσουμε με πιο παραστατικά λόγια, κοστίζουν όσο περίπου το μισό από όσο είναι το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου υπαλλήλου στη χώρα μας!!!
Θα μου πει κανείς: «Μην πας εκεί ρε φίλε», ή ίσως «Κάποιοι έχουν τα χρήματα να πάνε». Ε, και θα του απαντήσω: «Αν συνεχιστεί αυτό, ο επιχειρηματίας του εν λόγω καταστήματος ας το πάρει απόφαση ότι είναι το τελευταίο καλοκαίρι που έχει δουλειά και μετά ας αγοράσει μια καλή μυγοσκοτώστρα γιατί θα πέσει σύννεφο η καρπαζιά στις μύγες τα επόμενα καλοκαίρια»!!
Γιατί; Τι γιατί ρε καλλιτέχνη; Γιατί όποιος επιχειρηματίας λειτουργεί με το παραπάνω σκεπτικό, δηλαδή «δυο-τρεις μήνες δουλειά είναι, ας αρπάξουμε όσο πιο πολλά μπορούμε όσο έρχεται ακόμα κόσμος» είναι επιεικώς πρωτόγονος. Ούτε στην εποχή του Χαλκού δεν σκέφτονταν τόσο προκλητικά αισχροκερδώς όσοι προσπαθούσαν να κερδίσουν τον επιούσιο άρτο μέσα από κάποια επιχείρηση. Δε λέω, αρκετά χρήματα δόθηκαν αφειδώς εδώ και μια τριακονταετία στη χώρα μας και μάλιστα σε ένα μεγάλο μέρους του πληθυσμού και άμεσο αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ή η διαμόρφωση επαγγελμάτων που όχι μόνο δεν υπήρχαν (έτσι) παλαιότερα αλλά που βασίζονται αποκλειστικά στην αφαίμαξη χρημάτων από τους πολίτες που πλέον τους περίσσευαν!
Αξιοπρόσεκτη το δίχως άλλο η εν λόγω τακτική αλλά οπωσδήποτε με... ημερομηνία λήξης. Η ώρα της οποίας φαίνεται να ήρθε πια με το ξέσπασμα της λεγόμενης οικονομικής κρίσης -και- στη χώρα μας. Ο κόσμος πλέον ΔΕΝ έχει χρήματα, και όσοι έχουν, πλην βεβαίως κάποιες κατηγορίες που ούτως ή άλλως αποτελούν ένα άλλο κοινό που πάντα θα έχει πολλά φράγκα, είναι από όσους «ξέμειναν» και οι οποίοι φυσικά επειδή ακριβώς βλέπουν ότι ένα ιδιαίτερα σκοτεινό «αύριο» πρόκειται να τους επισκεφθεί κάνουν ότι μπορούν για να το αντιμετωπίσουν προετοιμασμένοι.
Συνεπώς: εσύ που ποντάρεις ότι χρεώνοντας λησταρχικώς περίπου 10 ευρώ το «κεφάλι» τον κάθε σου πελάτη, χωρίς παράλληλα να προσφέρεις αξιομνημόνευτες υπηρεσίες, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να «αρπάξεις» όσο περισσότερα γίνεται κι όχι πρωτίστως να εκπληρώσεις τον ρόλο σου, δηλαδή να ευχαριστήσεις τους θαμώνες του μαγαζιού σου, μάθε ότι ο κόσμος δεν άφησε την ιδέα να πάει διακοπές φέτος επειδή ήθελε να έρθει στο δικό σου στέκι και να τα ακουμπήσει. 
Κι αν σε μία περίοδο ευημερίας είχες την ευχέρεια να διαμορφώσεις το οικονομικό επίπεδο των πελατών σου, σε μία περίοδο κρίσης νικητής αναδεικνύεται όποιος στο φινάλε παραμένει ανοικτός και δεν κατεβάζει τα ρολά… 

by Antonio

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Εργασιακά δικαιώματα: fail… No1



Καλημέρες πολλές θέλω να στείλω σε όλους σας, παρότι σχεδόν μεσημέριασε, θέλοντας παράλληλα να πω δυο λόγια για ένα γεγονός-φαινόμενο που στα Ελληνικά δεδομένα μπορεί απλώς να ληφθεί υπ’ όψιν ως μία ακόμα κατάσταση καθημερινής τρέλας…

Εντάξει, η οικονομική κρίση πλήττει πολύ κοσμάκι τούτη την περίοδο. Φυσικό είναι στις αδύναμες οικονομικά χώρες, δηλαδή σ’ αυτές που χρωστάνε πολύ «μαλλί» -ναι, πρώτη και καλύτερη την Ελλάδα εννοώ- είναι λογικό κι επόμενο η παγκόσμια οικονομική διαταραχή να κάνει περισσότερο εμφανή τα σημάδια της. Το αποτέλεσμα; Το βλέπουμε ή καλύτερα, το βιώνουμε σε κάθε στιγμή, περίσταση, γεγονός της καθημερινότητάς μας. Κορυφαία δε εμπειρία όλων μας οι ΑΠΕΡΓΙΕΣ!! Μία έννοια που ναι μεν γεννήθηκε ως ένα απολύτως δίκαιο εργατικό δικαίωμα, ωστόσο στην Ελλάδα, τη χώρα των παρανοήσεων, η ερμηνεία που της έχουμε δώσει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, είναι πράγματι πολύ… ιδιαίτερη. Και ποια είναι αυτή η ιδιάζουσα χροιά την οποία έχουμε αποδώσει στην ερμηνεία της έννοιας της απεργίας; Μα το αποκλειστικά δικό μας, το μοναδικό μας, το εξ ολοκλήρου προσωπικό μας… το ένα και αδιάλλακτο ΣΥΜΦΕΡΟΝ μας… Γιατί πρέπει να είναι πολύ ευθυνόφοβος κάποιος έτσι ώστε να μην βλέπει ότι εσχάτως η απεργία στην Ελλάδα δεν εξυπηρετεί απολύτως κανένα εργατικό δικαίωμα παρά αποβλέπει στην διευθέτηση κάθε είδους απαίτησης των εργαζομένων του δημόσιου τομέα, ακόμα κι αυτή είναι παράλογη, με πιο απλά λόγια είναι εις βάρος όλης της κοινωνίας.

Μία διαπίστωση που ξεκινάει από το ότι καταρχήν δεν είμαστε πρωταγωνιστές σε έναν «Ελληνικό» Μάη του ’68, ούτε φυσικά αγωνίζεται κανείς για τα λεγόμενα «κεκτημένα» πολλών ετών που κινδυνεύουν να χαθούν. Η αλήθεια λέει ότι αφ’ ενός ο Μάης του ’68 και ο κάθε «Μάης του ‘68» στην εκάστοτε κοινωνία είναι συνέπεια της πραγματικής καταπίεσης του ισχυρού και της ταυτόχρονης ανάγκης του καταπιεζόμενου να αντιδράσει και να απαιτήσει την ισότητα που δικαιούται. Αφ’ ετέρου, «κεκτημένο» ή αλλιώς «συνταγματικά κατοχυρωμένο» δεν είναι τίποτα παρά μόνο το γενικό συμφέρον, το ΣΥΝΟΛΙΚΟ κι όχι το εν μέρει καλό, το δικαίωμα του κάθε πολίτη από τον Πατριάρχη μέχρι τον αγριότερο δολοφόνο, από τον πρωθυπουργό μέχρι τον θυρωρό μιας πολυκατοικίας και από τον πλουσιότερο άνθρωπο μέχρι έναν ζητιάνο να λογαριάζονται ως ίσος στο… δικαίωμα που έχει να ζει αξιοπρεπώς. Αυτή είναι η μοναδική «συνταγματικά» κατοχυρωμένη αρχή που οφείλει να διαφυλάττει μία πολιτεία, αν θέλει να αξιώνει τον τίτλο της Δημοκρατίας. Με τις ενδιάμεσες ή παραπλήσιες λύσεις που ουσιαστικά τάσσονται υπέρ του καλού και του συμφέροντος μιας κατηγορίας πολιτών να αποτελούν αποκλειστικά διαστρεβλώσεις…

Όμως, κάνω μία παρέκβαση εδώ για να προσθέσω το εξής: Υπάρχει μια βασική αρχή που λέει ότι οι φράσεις, οι λέξεις, οι έννοιες, οι ερμηνείες διαμορφώνονται αναλόγως των περιστάσεων. Αν αλλάξουν οι περιστάσεις αυτομάτως όλα τα παραπάνω σημαίνουν και κάτι άλλο, γιατί στην τελική όλα έχουν την αξία και τη χροιά που τους δίνουμε, με το μέτρο σύγκρισης να παραμένει στο φινάλε πάντα το ίδιο: το αποτέλεσμα που αντανακλάται στον άνθρωπο: ευτυχία ή δυστυχία. Προσωπικά, είμαι υπέρ αυτής της αρχής, η εφαρμογή της οποίας στο πρόβλημα που αναλύουμε είναι δραστικά αποκαλυπτική.
Κι επανέρχομαι: Στην Ελλάδα, και δεν είναι δα και κανένα κρυμμένο μυστικό αυτό, η τυπολατρία και η τυφλή πίστη στους κανόνες και στις αξιωματικά διατυπωμένες αρχές μάς έχει κάνει δύσκαμπτους. Κολλημένους στο να δούμε ποια είναι η ουσία όλων αυτών που λέμε και συγκεκριμένα στο εργασιακό κομμάτι, όλων αυτών που διεκδικούμε. Μια ουσία που με πολύ ρητό τρόπο λέει ότι εν πολλοίς όλοι κοιτάμε αποκλειστικά την πάρτη μας, το περιορισμένο στα δικά μας τετραγωνικά συμφέρον και δεν δίνουμε δεκάρα όχι για την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά ούτε καν για τον ακριβώς διπλανό μας είτε συγγενής, είτε συνάδελφος, είτε φίλος, είτε απλώς γείτονας.

Με την πρόφαση ότι διεκδικούμε κάποια δικαιώματα, ή ότι παλεύουμε για να διατηρήσουμε κεκτημένα δικαιώματα, εθελοτυφλούμε μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, δίνοντας ουσιαστικά μία ακόμα σπρωξιά προς τον γκρεμό στο ήδη εξασθενημένο Ελληνικό κράτος. Αδιαφορώντας την ίδια ώρα για το καίριο ερώτημα του «πως φτάσαμε ως εδώ;», αφού φυσικά δε μας συμφέρει να παραδεχτούμε ότι εμείς είμαστε αυτοί που συμβάλαμε, που διεκδικήσαμε, που απαιτήσαμε ένα τέτοιο κράτος, εξασθενημένο, σαν κι αυτό που απολαμβάνουμε σήμερα. «Απαιτήσαμε» πολιτικούς που να μας κάνουν τα χατίρια ανεξαρτήτου κόστους, απαιτήσαμε «ευκολίες», απαιτήσαμε να γίνουμε «άρχοντες» ενόσω ήμασταν «χωριάτες», απαιτήσαμε η «πάρτη» μας να μετατραπεί στο μοναδικό εργασιακό δικαίωμα που έχουμε να υπερασπιστούμε, στέλνοντας περίπατο το γεγονός ότι δεν ζούμε ελεύθεροι σε μια ζούγκλα, αλλά αποτελούμε μέλη μιας -υποτίθεται- σύγχρονης κοινωνίας ανθρώπων, πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι το καλό το δικό μας συνδέεται άμεσα με το καλό όλων, δηλαδή με το γενικό καλό της κοινωνίας. 
Βέβαια, το παράδοξο είναι ότι τελικά δεν ξέρω αν είμαστε μια κοινωνία ανθρώπων που ζουν με κανόνες της ζούγκλας των ζώων ή αν είμαστε ζώα που αδίκως πολεμάνε να ζήσουν με κανόνες κοινωνίας ανθρώπων και στο τέλος πάντα αποτυγχάνουν. Ας είμαι αισιόδοξος, πιστεύοντας ότι ισχύει το πρώτο… Το οποίο, τουλάχιστον, είναι αναστρέψιμο…

Τα υπόλοιπα στο Νο2…

By Antonio