Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Η "γλυπτική του χρόνου" από έναν μεγάλο Σοβιετικό


Εικοσιτέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Αντρέι Ταρκόφσκι, ενός από τους σημαντικότερους, ου μην και ο κορυφαίος όλων, σκηνοθέτες που ανέδειξε το σοβιετικό σινεμά, μετά φυσικά από τον Σεργκέι Αϊζενστάιν.

Ο Ταρκόφσκι γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932 στην πόλη Ζαβράγιε της Ρωσίας και ήταν γιος του σημαντικού ποιητή Αρσένι Ταρκόφσκι. Σπούδασε μουσική, ζωγραφική, γλυπτική και αραβικά, ενώ για ένα διάστημα εργάστηκε ως γεωλόγος στη Σιβηρία. Το 1956 εισέρχεται στην περίφημη κινηματογραφική σχολή της Μόσχας VGIK και παρακολουθεί μαθήματα με δάσκαλο τον σπουδαίο σκηνοθέτη Μιχαήλ Ρομ (Αληθινός Φασισμός). Συμμαθητής του ήταν ένας άλλος μεγάλος της έβδομης τέχνης, ο γεωργιανός Σεργκέι Παρατζάνοφ (Σαγιάτ Νόβα). Το 1960 αποφοιτά, υποβάλλοντας ως πτυχιακή εργασία τη διάρκειας σαράντα έξι λεπτών ταινία «Ο βιολιστής και ο οδοστρωτήρας», που ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη του κινηματογραφική δουλειά.

Η διεθνής αναγνώριση για τον Ταρκόφσκι δεν άργησε να έρθει, από την πρώτη κιόλας μεγάλου μήκους ταινία του «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν», η οποία κερδίζει τον «Χρυσό Λέοντα» στο Φεστιβάλ της Βενετίας (1962). Επτά χρόνια αργότερα προκαλεί και πάλι το ενδιαφέρον των κινηματογραφόφιλων με την ταινία του «Αντρέι Ρουμπλιόφ», που λόγω του χριστιανικού της θέματος αντιμετωπίζεται με εχθρότητα από το σοβιετικό καθεστώς, καταδικάζεται κι απαγορεύεται για δύο χρόνια... Εξάλλου, το κυριότερο παράπονό του από τις σοβιετικές αρχές ήταν ότι δεν του επέτρεψαν να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη όλα του τα σχέδια και τις ιδέες. Πάντως, λόγω της προσωπικής του γραφής, θα ήταν πολύ δύσκολο να τύχει μεγαλύτερης γενναιοδωρίας στη Δύση…  

Έτσι, μεταβαίνει στην Ιταλία για τις ανάγκες της ταινίας «Νοσταλγία» κι εγκαθίσταται εκεί μόνιμα, ενώ στη συνέχεια μετακομίζει στη Γαλλία. Η τελευταία του ταινία «Η Θυσία» γυρίστηκε στη Σουηδία το 1986 -τρία βραβεία στις Κάννες-. Για να φτάσει κάποια στιγμή η ώρα της αυλαίας όχι πια για κάποια από τις μεγάλες δημιουργίες του, αλλά αυτή τη φορά για τον ίδιο. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1986, χτυπημένος από την επάρατη νόσο, αφήνει την τελευταία του πνοή στο Παρίσι, αποχαιρετώντας τον κοινό του κι όχι μόνο με μια πλούσια κληρονομιά να συνοδεύει πιστά την αθάνατη φήμη του...

Το έργο του Ταρκόφσκι χαρακτηρίζεται από τα χριστιανικά και μεταφυσικά θέματα, τους αργούς ρυθμούς, τα εξαιρετικής αισθητικής και μακράς διάρκειας μακρινά πλάνα. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα έργα του είναι τα όνειρα, η μνήμη, η παιδική ηλικία, το τρεχούμενο νερό, η φωτιά, η βροχή, οι αναμνήσεις. Σταδιακά, ανέπτυξε μια προσωπική θεωρία γύρω από τον κινηματογράφο, την οποία ονόμασε «γλυπτική του χρόνου». Πίστευε ότι το κύριο χαρακτηριστικό του κινηματογράφου είναι ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Το αμοντάριστο υλικό, έλεγε, καταγράφει τον πραγματικό χρόνο. Γι' αυτό χρησιμοποιούσε τον αργό ρυθμό και τα μεγάλα πλάνα για να δώσει στον θεατή την αίσθηση του χρόνου που περνά και χάνεται, αλλά και να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της κάθε στιγμής. Τη θεωρία του για τη «γλυπτική του χρόνου» ανέπτυξε στις ταινίες του «Ο Καθρέπτης» (1975) και «Στάλκερ» (1979).

Ο Ταρκόφσκι δεν ήταν ο σκηνοθέτης που δημιουργούσε αλληγορίες ή σύμβολα. Μιλούσε με τις εικόνες. Στο ημερολόγιό του αναφέρει ότι ο συμβολισμός είναι ένα δείγμα φθοράς, υποστηρίζοντας την ανάγκη χρήσης ισχυρών εικόνων στην τέχνη. «Η εικόνα είναι σαν ένας σβώλος ζωής» έγραφε.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

-Ταινίες

«Οι Δολοφόνοι» («Ubiitsy», 19΄, 1958), Η πρώτη φοιτητική ταινία του, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

«Δεν υπάρχει αναχώρηση σήμερα» («Segodnya uvolneniya ne budet», 45΄, 1959), δεύτερη φοιτητική ταινία.

«Ο οδοστρωτήρας και το βιολί» («Katok i skripka», 46΄, 1960), η πτυχιακή ταινία του.

«Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» («Ivanovo detstvo», 95΄, 1962), πολεμικό δράμα, βραβευμένο στη Βενετία.

«Αντρέι Ρουμπλιόφ» («Andrei Rublyov», 205΄, 1969), βιογραφική ταινία για τον πιο διάσημο ρώσο αγιογράφο, που έζησε τον 15ο αιώνα.

«Σολάρις» («Solyaris», 165΄, 1972), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Στανισλάβ Λεμ.

«Καθρέπτης» («Zerkalo», 108΄, 1975), ταινία με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

«Στάλκερ» («Stalker», 163΄, 1979), επιστημονικής φαντασίας, εμπνευσμένη από τη νουβέλα των αδελφών Στρουγκάτσκι «Πικ Νικ στο κράσπεδο του δρόμου».

«Ταξίδι στο χρόνο» («Tempo di viaggio», 62΄, 1983), τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για την ιταλική τηλεόραση.

«Νοσταλγία» («Nostalghia», 125΄, 1983), ένας ρώσος πανεπιστημιακός αναζητά στην Ιταλία τα ίχνη ενός συμπατριώτη του συνθέτη του 18ου αιώνα.

«Θυσία» («Offret», 149΄, 1986), ο άνθρωπος μπροστά στην προοπτική ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος.

-Βιβλία

«Μαρτυρολόγιο», το προσωπικό ημερολόγιο του σκηνοθέτη από το 1970 έως το 1986.

«Σμιλεύοντας τον χρόνο»

By Antonio

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Ένας αιώνας και κάτι ψιλά…



Happy birthday cinema… Αλήθεια, τι θα ευχόσασταν σε κάποιον που θα γιόρταζε τα… εκατοστά δέκατα πέμπτα γενέθλιά του; Προφανώς το κλισέ «να τα εκατοστίσεις» δεν θα είχε και πολύ μεγάλη αξία… Άλλωστε έχω την εντύπωση ότι με τον ρυθμό που κατακτά τις καρδιές όλων όσων το γνωρίζουν σε μερικά -αρκετά από τώρα- χρόνια ακόμα και το «να τα χιλιάσεις» θα μοιάζει λίγο… Οπότε επιλέγω να ακολουθήσω μία κάπως πιο διπλωματική οδό και εύχομαι με τη σειρά μου: μην σταματάς ποτέ να μας προσφέρεις τέτοιες συγκινήσεις, όπως μόνο εσύ ξέρεις…

Ο λόγος για το… σινεμά, τον κινηματογράφο, την μεγάλη οθόνη ή όπως αλλιώς εσείς θέλετε πέστε το, μία από τις κλασικότερες μεθόδους ψυχαγωγίας και διασκέδασης του σύγχρονου ανθρώπου, που πλέον δεν χαρακτηρίζει απλώς τη μορφή ζωής μας, αλλά αποτελεί επιπλέον ένα σήμα κατατεθέν της.
Πως ξεκίνησαν όλα; Ακριβώς πριν από εκατόν δεκαπέντε χρόνια, όταν σαν σήμερα στις 28 Δεκεμβρίου, τρεις ημέρες πριν τον ερχομό της Πρωτοχρονιάς, οι αδελφοί Λιμιέρ ανοίγουν το πρώτο σινεμά στο Παρίσι και προβάλουν την πρώτη κινηματογραφική ταινία. Διάρκειας; Μόλις ένα ολόκληρο λεπτό…

Ποιοι ήταν όμως οι κύριοι Λιμιέρ; Για την ακρίβεια ο Λουί (5 Οκτωβρίου 1864 - 6 Ιουνίου 1948) και ο Ογκίστ (19 Οκτωβρίου 1862 - 10 Απριλίου 1954) Λιμιέρ γεννήθηκαν στην πόλη Μπεζανσόν της Γαλλίας, αλλά αμφότεροι μεγάλωσαν στη Λιόν, όπου ο πατέρας τους διατηρούσε κατάστημα φωτογραφικών ειδών.

Από τα νεανικά τους χρόνια εργάζονται στην οικογενειακή επιχείρηση και από το 1892 ασχολούνται με τη δημιουργία κινούμενης εικόνας, κατορθώνοντας να  κατασκευάσουν μία μηχανή λήψης και προβολής, για την οποία μάλιστα λαμβάνουν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 13 Φεβρουαρίου του 1894.
Στις 22 Μαρτίου του 1895 προχωρούν στην πρώτη ιδιωτική προβολή μιας δικής τους μικρού μήκους ταινίας, για να φτάσουμε -επιτέλους-  στην επίμαχη ημερομηνία. Στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου κάνουν την πρώτη δημόσια προβολή με εισιτήριο, στο Grand Café του Παρισιού κι από τότε όλα όσα ακολούθησαν είναι απλώς ιστορία...Τον επόμενο χρόνο οι αδελφοί Λιμιέρ ξεκινούν περιοδεία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, όπου τυγχάνουν θερμής υποδοχής.

Ωστόσο, η μοίρα τους επιφύλασσε διαφορετικά σχέδια. Σε μία ίσως από τις μεγαλύτερες εξάρσεις της τραγικής ειρωνείας οι ίδιοι παίρνουν την απόφαση και κρίνουν ότι ο κινηματογράφος δεν έχει μέλλον κι έτσι πουλούν την εφεύρεσή τους στον Ζορζ Μελιέ, κρατώντας για τον εαυτό τους μόνο ένα μικρό κομμάτι στην ιστορία της μεγάλης οθόνης…
Εμείς πάλι κρατάμε ότι το σινεμά έχει γίνει πλέον … τρόπος ζωής. Κι ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι μία από τις σημαντικές εφευρέσεις του ανθρώπου, εμείς απλώς το ευχαριστούμε γι’ αυτά που μας προσφέρει…

By Antonio

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

TRON THE… WORLD


Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πρωταγωνιστή σε ένα από τα αγαπημένα σας βίντεο-γκέιμ? Αν ναι, έχετε μια γεύση για το πώς θα ήταν; Να σταθείτε, ας πούμε, στο πλευρό του ήρωα που τόσον καιρό ως χρήστης κατευθύνετε; Να συμμετέχετε ο ίδιος σε μία από τις περιπέτειές του; Να πολεμήσετε κι εσείς εναντίον του «κακού» της υπόθεσης και στο βωμό φυσικά του καλού ολόκληρης της ανθρωπότητας; Πόσες φορές δεν ερωτευτήκατε μία από τις πολλές σέξι γυναικείες φιγούρες που πρωταγωνιστούν κατά κόρον σε βίντεο-γκέιμ (αυτό όσον αφορά το ανδρικό κοινό)… ;

Ουτοπικά όλα αυτά; Ή μήπως, οι πιστοί του είδους, να ελπίζουν σε ένα ακόμα θαύμα της τεχνολογίας; Η απάντηση είναι «κανείς δεν ξέρει». Προς το παρόν τουλάχιστον. Οπότε τι μένει; Η φαντασία, πολύ σωστή απάντηση. Η φαντασία και το σινεμά… θα προσθέσω εγώ.

Αυτόν, τον δεύτερο τρόπο επέλεξε κι ο Τζόζεφ Κοζίνσκι για να μας παρουσιάσει -εδώ και μερικές μέρες και στην Ελλάδα- τη δική του έμπνευση, τη δική του φαντασία για το τι σημαίνει «ζω μέσα σε ένα βίντεο-γκέιμ». Με στοιχεία που άλλες φορές θυμίζουν την σχέση πατέρα-γιου στον IronMan, ή την ανάγκη του γιου να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο το έργο του πατέρα του αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη συνέχεια της αυτοκρατορίας που κληρονόμησε όπως στην περίπτωση του Μπρους Γουέιν στο Batman Begins, αλλά και με δόσεις ψηφιακής επανάστασης κι αυτονόμησης του δημιουργήματος εις βάρος της δημιουργού ανθρωπότητας, κατά το πρότυπο της επανάστασης των μηχανών στην επική τριλογία του Terminator, ο Κοζίνσκι μας παρουσιάζει το Tron. Στο remake του Tron του 1982 (από τον Στίβεν Λίσμπεργκερ) η είσοδος στο δίκτυο και η δημιουργίας μιας ιδανικής ψηφιακής πολιτείας, δεν είναι απλώς μία ελκυστική ιδέα, αλλά ένα σχέδιο ζωής για τους οραματιστές μίας νέας, ανανεωμένης και καλύτερης ποιοτικά κοινωνικής πραγματικότητας. Τέτοιος τύπος -οραματιστής- είναι και ο δημιουργός του ψηφιακού παιχνιδιού Tron, Κέβιν Φλιν (Τζεφ Μπρίτζες), ο οποίος στην αναζήτηση ενός… θαύματος, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ίδιες της συνέπειες του δημιουργήματός του…      

Στα αξιοσημείωτα τρικ της ταινίας, το γεγονός ότι ο Τζεφ Μπρίτζες εμφανίζεται τόσο στις σκηνές που υποδύεται τον νεώτερο Κέβιν Φλιν όσο και ως «Κλου», βάσει της πραγματικής του εμφάνισης πριν από αρκετά χρόνια και σε πολύ μικρότερη ηλικία.  

Στην ιστορία μας, όλα ξεκινάν όταν ο Σαμ Φλιν (Γκάρετ Χέντλαντ), γιος του Κέβιν Φλιν, συνεχίζοντας την αναζήτηση των εξηγήσεων γύρω τη μυστηριώδη εξαφάνιση του πατέρα του, ερευνά ένα περίεργο σήμα που λαμβάνει από το παλιό εργαστήριο, ένα σήμα που μόνο ο Κέβιν θα μπορούσε να του έχει στείλει. Άθελά του, ο Σαμ μεταφέρεται στον ψηφιακό κόσμο όπου ο Κέβιν έχει παγιδευτεί εδώ και είκοσι χρόνια. Με τη βοήθεια της ατρόμητης Κόρα (Ολίβια Ουάιλντ) πατέρας και γιος ξεκινούν ένα ταξίδι ζωής και θανάτου, μέσα σε ένα εκπληκτικό σύμπαν, ενάντια στους πρώην πια συνεργάτες του Κέβιν, Κλου και Τρον, οι οποίοι ανέλαβαν με πραξικόπημα την εξουσία, και οργανώνοντας με υπομονή έναν ολόκληρο στρατό σχεδιάζουν να περάσουν την πύλη και να βρεθούν στον δικό μας, ανθρώπινο κόσμο. Επιθυμώντας από παιχνίδια… να γίνουν χρήστες… Αυτά ως εδώ. Όσο για το τι κρατάμε; Τα εφέ περισσεύουν, οι σκηνές μάχης είναι ταχύτατες κι αρκετά πρωτότυπες, η ατμόσφαιρα άκρως… ψηφιακή κι ο νέος κόσμος που προτείνεται μόνο αδιάφορος δεν μπορεί να περάσει. Για κάποιους αυτή η έκδοση μιας τέτοιου τύπου ιδανικής πολιτείας είναι τρομακτική. Για άλλους προκλητική. Ενώ πάλι για μερικούς αποτελεί ένα όνειρο. Στην τελική κι ο Πλάτωνας την ιδανική πολιτεία αναζητούσε…

ON CINEMAS



By Antonio

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Η Πύλη της "Ένωσης"


Εικοσιένα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την μέρα που το σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας της Γερμανίας, η περιβόητη Πύλη του Βραδεμβούργου άνοιξε και πάλι, ενώνοντας και τυπικά πια μία από τις ωραιότερες, ιστορικότερες, αλλά και πιο πολύπαθες  πόλεις της Γηραιάς Ηπείρου.

Πιο συγκεκριμένα, η Πύλη του Βραδεμβούργου κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1788 με 1791 και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Β’ της Πρωσίας. Στη διάρκεια της μακραίωνης πορείας του, το μνημείο έζησε μερικά από τα σημαντικότερα γεγονότα της Ευρωπαϊκής ιστορίας και σίγουρα όλη αυτή η πορεία του δεν ήταν αποκλειστικά μέσα σε θριάμβους και εορταστικό κλίμα. Σε πολλές περιπτώσεις απειλήθηκε με καταστροφή, την ώρα που άλλες τόσες φορές αποτέλεσε το μήλον της Έριδος για τους λάτρεις της εξουσίας, πιθανότατα ως σύμβολο επιβεβαίωσης της ίδιας της κυριαρχίας τους ή ακόμα και για την ικανοποίηση κάποιας προσωπικής αυταπάτης...


Προχωρώντας σε μία σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του, το 1806, η ρωμαϊκή πολεμική άμαξα που κοσμούσε την Πύλη μεταφέρθηκε από τον Μεγάλο Ναπολέοντα στο Παρίσι, όμως το 1814 επιστράφηκε ξανά στο Βερολίνο, και το γλυπτό ξαναπήρε τη θέση του στο μνημείο. Κάτι παραπάνω από μισό αιώνα αργότερα, με αφορμή την κατεδάφιση των τειχών του Βερολίνου καταστράφηκαν σχεδόν όλες οι πύλες της πόλης, με εξαίρεση βέβαια την Πύλη του Βραδεμβούργου.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1933 γιορτάστηκε από τους Εθνικοσοσιαλιστές η ανάληψη της εξουσίας μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου, για να πάμε μερικά χρόνια μετά, όταν κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το γλυπτό της θεάς Νίκης με την άμαξα υπέστη μεγάλο πλήγμα εξαιτίας των πυροβολισμών, την ώρα που το κυρίως σώμα της Πύλης είχε εν μέρει καταστραφεί. Το μνημείο πλέον είχε ανάγκη ανακατασκευής. Αυτό μπήκε άμεσα σε εφαρμογή, με τα δύο μέρη του Βερολίνου, το ανατολικό και το δυτικό, να λαμβάνουν εξίσου μέρος. Η ολοκλήρωση των έργων πραγματοποιήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1957.


Για να φτάσουμε τελικά στις 22 Δεκεμβρίου 1989. Παράλληλα με την πτώση του Τείχους, η ώρα προκειμένου η Πύλη του Βερολίνου ν’ ανοίξει ξανά είχε έρθει, ενώνοντας τα δύο τμήματα της πόλης. Η Πύλη του Βραδεμβούργου αποτέλεσε το επίκεντρο των πανηγυρισμών, το σύμβολο της ένωσης της Γερμανίας και το σύμβολο του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Στις 3 Οκτωβρίου 2002 η Πύλη του Βραδεμβούργου ανασκευάστηκε πλήρως, έπειτα από εργασίες 22 μηνών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μνημείο απεικονίζεται στην πίσω πλευρά των 10, 20 και 50 λεπτών των γερμανικών κερμάτων ευρώ.

Η Πύλη του Βραδεμβούργου (Brandenburger Tor) στο κέντρο της γερμανικής πρωτεύουσας, αποτελούσε παλιότερα την πύλη της πόλης, ενώ σήμερα είναι το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο του Βερολίνου. Το οικοδόμημα βρίσκεται στην πλατεία Παρίζερ (Pariser Platz) την οποία συνδέει με την λεωφόρο Ούντερ ντεν Λίντεν.

Η Αρχαιοελληνική επιρροή…


Η Πύλη έχει ύψος 26 μ., μήκος 65,5 μ. και πλάτος 11 μ. Θυμίζει τα Προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα νεοκλασικού ρυθμού, το οποίο ουσιαστικά ήταν και το πρώτο του είδους, που χτίστηκε στο Βερολίνο. Έχει έξι κίονες δωρικού ρυθμού, από κάθε πλευρά, ύψους 15 μ. ο καθένας. Πάνω στην στέγη της Πύλης του Βραδεμβούργου στέκεται το ύψους 5 μέτρων άγαλμα της θεάς νίκης, η οποία επανδρώνει μια ρωμαϊκή πολεμική άμαξα την οποία σύρουν τέσσερα άλογα.
Χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό γνώρισμα της πύλης είναι μια αντίθεση με τους κανόνες της δωρικής αρχιτεκτονικής. Ενώ κατά την δωρική τεχνοτροπία ο κεντρικός άξονας των τριγλύφων, που κοσμούσαν την στέγη, έπρεπε να βρίσκεται σε συμφωνία με τον κεντρικό άξονα των κιόνων, αυτό δεν συμβαίνει στην αρχιτεκτονική της πύλης. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχει ένα κενό τμήμα μαρμάρου στην στέγη και να μην τελειώνει η άκρη της στέγης με ένα τρίγλυφο, όπως συνηθιζόταν κατά την κατασκευή των δωρικών ναών στην αρχαία Ελλάδα.

By Antonio

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Gone with the stars…


Δεν ξέρω τελικά πόσα είναι σε θέση να πάρει ο άνεμος, κατά την αναφορά της ομώνυμης ταινίας, αυτό που ξέρω όμως στα σίγουρα είναι τι είδους αξία πήρε η ομότιτλη νουβέλα της Μάργκαρετ Μίτσελ, σκηνοθετημένη από τον Βίκτορ Φλέμινγκ: ανεκτίμητη.  

Διαχρονικότητα, βραβεύσεις, διασημότητα; Όλες αυτές οι έννοιες απέκτησαν άλλο νόημα όταν στο πολύ, μα πολύ μακρινό για εμάς 1939 και στις 15 Δεκεμβρίου η μεγάλη οθόνη άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά της για να υποδεχθεί μία ταινία που έμελλε να στοιχειώσει οριστικά την αποκαλούμενη και έβδομη τέχνη: όχι, το «Όσα παίρνει ο άνεμος» («Gone with the Wind») δεν ήταν απλά μία καλή ταινία…
Αυτό άλλωστε μαρτυρεί με παραστατικότητα το ίδιο το τρομερό ρεκόρ που διατήρησε για σχεδόν είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Ακαδημία των Όσκαρ: συνολικά δεκατρείς υποψηφιότητες, έχοντας νικητήριες συμμετοχές στις οχτώ από αυτές, συμπεριλαμβανομένων ένα Ειδικό κι ένα Τεχνικό βραβείο. Ένα ρεκόρ που χρειάστηκε να διανύσουμε δύο ολόκληρες δεκαετίες προκειμένου να βρει κάποιον εξίσου ικανό να το ξεπεράσει, όπερ και εγένετο το 1950 σε πρώτη φάση όσον αφορά τον αριθμό των υποψηφιοτήτων με το «Όλα για την Εύα» (14 υποψηφιότητες και 6 Όσκαρ), σε δεύτερη φάση όσον αφορά τις κατακτήσεις στην Ακαδημία το 1958 με το «Ζιζί» (9 υποψηφιότητες και 9 Όσκαρ), για να έρθει τελικά το 1959 η χειμαρρώδης εμφάνιση του επικού «Μπεν Χουρ», το οποίο με 12 υποψηφιότητες και 11 κατακτήσεις παραμένει πρώτο στη σχετική λίστα ταινιών υποστηρίζοντας τη δική του μακραίωνη αυτοκρατορία…

Ζαλιστήκατε από τα νούμερα; Η συνέχεια είναι ακόμη συναρπαστικότερη… Το 1998 το «Όσα παίρνει ο άνεμος» κατατάχθηκε ως τέταρτο στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση. Συνολικά, πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία και αδιαμφισβήτητα θεωρείται το πρότυπο της Χολιγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής και ως «blockbuster». Σήμερα, συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών, παραμένοντας ένα από τα μακροβιότερα σύμβολα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ

Στο δια ταύτα, το «Όσα παίρνει ο άνεμος» αποτελεί μια συγκλονιστική ερωτική ιστορία, την ιστορία της Σκάρλετ Ο' Χάρα (Βίβιαν Λι) και του Ρετ Μπάτλερ (Κλαρκ Γκέιμπλ), όπως την είχε περιγράψει μέσα από το ομώνυμο μοναδικό έπος της η Μάργκαρετ Μίτσελ, το οποίο κέρδισε μάλιστα ένα βραβείο Πούλιτζερ κι έχει ανακηρυχτεί ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία που γράφτηκαν ποτέ, μετρώντας παραπάνω από 28 εκατομμύρια αντίτυπα σε περισσότερες από 37 χώρες. Πιο συγκεκριμένα, η Σκάρλετ Ο' Χάρα είναι μια ματαιόδοξη, νέα γυναίκα που είναι κακομαθημένη από την υπερβολική προσοχή που της αποδίδει το αντίθετο φύλλο. Είναι η καλλονή της πόλης στην οποία ζει και κανένας άντρας δεν μπορεί να ξεφύγει όταν εκείνη αποφασίσει να τον σαγηνεύσει. Κανείς εκτός από έναν: τον Άσλεϊ (Λέσλι Χάουαρντ). Είναι ο μόνος άντρας που της είπε «όχι» κι αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που η εμμονή της μ' αυτόν την καταδιώκει σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Στο τέλος όμως συνειδητοποιεί πως δεν αγαπά αυτόν πραγματικά, αλλά το σύζυγό της, Ρετ. Ωστόσο, αυτή η διασταύρωση με την αλήθεια που κρύβεται στη ψυχή της έρχεται πολύ αργά, αφού ο Ρετ έχει πάρει ήδη την απόφαση να την εγκαταλείψει, αφήνοντας πίσω του παρακαταθήκη την πιο διάσημη ατάκα της ιστορίας: «Αγαπητή μου, δε δίνω δεκάρα!».

Στο φινάλε πάντως, η αλήθεια είναι μία: παρόλο που πολύ δύσκολα συμπαθείς την Σκάρλετ και παρότι υπάρχουν κάποιες φορές που πραγματικά σχεδόν τη μισείς όσο τη μισούν οι ίδιοι οι χαρακτήρες του βιβλίου, δε μπορείς να μην θαυμάσεις το κουράγιο της, αλλά και να παραδεχτείς την αδάμαστη θέλησή της για ζωή. Κατορθώνει πράγματα τα οποία είναι αδιανόητα για μια γυναίκα της εποχής της, έχοντας  ένα και μοναδικό μότο που την κάνει να συνεχίζει μέσα σε όλες τις δυσκολίες και το οποίο έχει πια μεταμορφωθεί σ’ ένα διάσημο σλόγκαν: «Αύριο είναι μια άλλη μέρα»…

By Antonio

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Requiem for the... Black Swan


Η νέα δημιουργία του Ντάρεν Αρονόφσκι είναι εδώ! Δυο χρόνια μετά από τον «Παλαιστή», ο «Μαύρος Κύκνος» φέρνει ξανά την ανθρώπινη ζωή στο προσκήνιο, τη ζωή που είναι καταδικασμένη να κατευθύνεται από το πάθος, αλλά ταυτόχρονα να αποδεικνύεται ανίσχυρη χωρίς αυτό.

Παρασυρόμενη από καταστάσεις, επιθυμίες και συναισθήματα η ζωή μοιάζει σαν ένα ταξίδι που άλλος νομίζεις ότι είναι ο προορισμός και τελικά αλλού καταλήγεις. Κι αυτό φαίνεται να είναι έτσι, τουλάχιστον από όσα εμείς οι ίδιοι, ως πρωταγωνιστές της δικής μας ζωής, θέλουμε να πιστεύουμε. Ασχέτως αν στο φινάλε παρατηρούμε ότι τίποτα από αυτά που κάναμε ή ακόμα από εκείνα που διστάσαμε να κάνουμε στη ζωή μας δεν έγιναν έξω από εμάς, αλλά έγιναν απολύτως προσωπικά. Σε κάθε τους έκφανση ήμασταν εκατό τοις εκατό εμείς. Σε όλο αυτό που σκεφτόμαστε, σ’ αυτό που επιθυμούμε, σ’ αυτό που κάνουμε, αλλά κυρίως σ’ αυτό που δεν κάναμε δεν υπήρξε ποτέ ούτε μία στιγμή που να ήμασταν λιγότερο από «εμείς».

Απολύτως ελεύθεροι, πλήρως εφοδιασμένοι απλώς αναζητούμε ποιοι πραγματικά είμαστε σχηματίζοντας εικόνες στο μυαλό μας, πρότυπα έτσι για να έχουμε κάτι να ακολουθήσουμε, κάτι για να πιστέψουμε. Λησμονώντας ότι εκείνο που ασυναίσθητα πιστεύουμε, εκείνο που παντοτινά μας καθοδηγεί και στην ουσία μας ορίζει είναι ο ένας, ο αποκλειστικά δικός μας αλλά και βαθιά εσωτερικός μας εαυτός. Δηλαδή εμείς οι ίδιοι…


Αυτόν τον εσωτερικό εαυτό της ακούει και η Νάταλι Πόρτμαν στον «Μαύρο Κύκνο», αυτόν άκουγε κι ο Μίκι Ρουρκ στον «Παλαιστή», έστω κι αν αμφότεροι πίστευαν ότι υπηρετούσαν κάποια φιλοδοξία ή ένα πάθος. Ο σκηνοθέτης του "Ρέκβιεμ για ένα όνειρο" οργανώνει για ακόμα μία φορά αυτό το μαγικό ταξίδι που λέγεται ζωή, σ' αυτήν την περίπτωση υπό την σκιά της εκπληκτικής μουσικής για μπαλέτο του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι "Λίμνη των των Κύκνων" και μέσα από τα μάτια της μπαλαρίνας Νίνα (Νάταλι Πόρτμαν). Η τελευταία, μέλος ενός νεοϋορκέζικου θιάσου ζει πλήρως απορροφημένη από τη δουλειά της, όταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου Τόμας Λίροϊ (Βενσάν Κασέλ) αποφασίζει να αντικαταστήσει την πρίμα μπαλαρίνα του στο πρώτο έργο της νέας σεζόν, την περιβόητη «Λίμνη των κύκνων». Η Νίνα είναι η πρώτη του επιλογή, κι η ίδια έρχεται ακόμα πιο κοντά ίσως στην μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας της. Τα πράγματα όμως ακολουθούν μία απρόοπτη τροπή, κι η εμφάνιση της Λίλυ (Μίλα Κούνις), μιας νέας και ταλαντούχας χορεύτριας, οδηγεί τον ανταγωνισμό των δύο στα άκρα. Καθώς οι πρόβες προχωρούν, αναπτύσσεται μια ιδιόμορφη φιλία ανάμεσα στις δύο αντίπαλες χορεύτριες, οι φόβοι της Νίνας κι οι αλήθειες που σιγά σιγά συνειδητοποιεί κινδυνεύουν να καταστρέψουν την καριέρα και τη ζωή της, κι η ίδια έρχεται όλο και περισσότερο σε επαφή με μια σκοτεινή κι εξίσου άγνωστη πλευρά της...

Αυτά προς το παρόν για το νέο πόνημα του Ντάρεν Αρονόφσκι, ο οποίος βάζει και πάλι δυνατά την υπογραφή του για τουλάχιστον μία συμμετοχή στα βραβεία της Ακαδημίας των Όσκαρ με την ερμηνεία της Νάταλι Πόρτμαν. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης…!


*Η ταινία προβλήθηκε στην τελετή λήξης του ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ




On Cinemas!!!


By Antonio 

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

«Φιοντόρ, ο παίκτης»


Συναίσθημα ή λογική; Αμφότερα συνθέτουν ίσως το κυριότερο ερώτημα η απάντηση του οποίου καθορίζει άμεσα την εξέλιξη της ζωής μας. Ποιος όμως είναι σε θέση να ορίσει με σιγουριά τι σημαίνει συναίσθημα και λογική;

Θεωρητικά, το συναίσθημα ταυτίζεται με την παρόρμηση. Με την επιθυμία, η οποία δεν γνωρίζει από κανόνες και στερεότυπα και που βέβαια αν την ακολουθήσεις ναι μεν θα κάνεις ίσως αυτό που πραγματικά θες αλλά την ίδια στιγμή θα πρέπει να φανείς έτοιμος προκειμένου να αναλάβεις τις ευθύνες που αυτή επισύρει. Κοινώς, το να υπακούς απλά και μ όνο στις επιθυμίες σου, ανακηρύσσεται «πάθος». Στον αντίποδα… υψώνεται η λογική. Επίσης θεωρητικά, μπορούμε να πούμε ότι εκπροσωπεί την σταθερότητα, το μεγαλύτερο κέρδος με το λιγότερο κόστος, με μία λέξη καταρχήν την ασφάλεια.

Όλα αυτά θεωρητικά, αφού στην πράξη πόσο σίγουροι είμαστε γι’ αυτό που στ’ αλήθεια κατευθύνει τη δράση μας; Γιατί να επιμένουμε να χωρίζουμε στα δύο λογική και συναίσθημα όταν είναι εξ ορισμού δεδομένο ότι το ένα απλώς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο; Είναι αλήθεια ότι είναι μία πολύ καλή δικαιολογία να μεταφέρουμε την ευθύνη μία από δω και μία από κει όταν πραγματικά αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι στην ουσία ούτε θύματα είμαστε, ούτε «καταραμένοι» αλλά απλώς ακολουθούμε την ίδια μας την προσωπικότητα. Συναίσθημα και Λογική δεν είναι τίποτα άλλο από τα δύο μεγαλύτερα εφόδιά μας ως άνθρωποι. Και μαζί, συνενωμένα συνθέτουν αυτό που ολοκληρωμένα αποκαλείται «εαυτός». Υπό έναν όρο ή μάλλον μία προϋπόθεση: το μεγάλο μας πλεονέκτημα και ταυτόχρονα η ισόβια αδυναμία είναι η δυνατότητά μας να λειτουργούμε απολύτως ελεύθερα. Το εκ φύσεως δικαίωμά μας να αξιοποιούμε όλα αυτά τα εφόδια, και κυρίως αυτό που λέμε συναίσθημα και Λογική με όποιον τρόπο θέλουμε. Στην τελική, αυτό ίσως είναι ό, τι χρειαζόμαστε για να νιώσουμε πραγματικά ευτυχισμένοι. Κι δυστυχία έτσι είναι μάλλον οτιδήποτε κάνουμε μακριά από τον αληθινό μας εαυτό…

Αυτή την κόντρα μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας, μεταξύ σε αυτό που επιθυμούμε κι σ’ αυτό που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε, ανάμεσα σ’ ό, τι είμαστε και σ’ ό, τι νομίζουμε ότι πρέπει να γίνουμε αναλύει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Παίκτη». Σε ένα έργο της μέσης συγγραφικής του δημιουργίας, στα χρόνια της δικής του έντονης αναζήτησης το πάθος αναδεικνύεται στην ύψιστη κινητήριο δύναμη για τον ίδιο. Ένα πάθος που για τον Αλεξέι του «Παίκτη» βρίσκεται συγχυσμένο, ψάχνοντας να βρει που πραγματικά ανήκει: στην καρδιά της αδάμαστης Παυλίνας ή στην γοητευτικά ελκυστική ρουλέτα;

Μια ιστορία βγαλμένη από τις ίδιες τις εμπειρίες, τα διλήμματα και τις περιπέτειες της ζωής του συγγραφέα, ο οποίος πιεζόμενος από τους δανειστές του αλλά και από τον εκδότη Στελόφσκι, αναγκάστηκε να συγγράψει μέσα σε λίγες εβδομάδες, τον Οκτώβριο του 1866. Το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε την αφορμή της γνωριμίας του Ντοστογιέφσκι με τη δεύτερη σύζυγό του, Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, η οποία στάθηκε πλάι του, στο ρόλο του φύλακα αγγέλου, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αυτήν ακριβώς, την ιστορία -πίσω από την ιστορία του «παίκτη»- επιχειρεί να καταγράψει μέσα από τη δική του οπτική γωνία ο Γιάννης Σολδάτος. Στο «Φιοντόρ, ο παίκτης», ένας συγγραφέας, κατά το μακρινό πρότυπο του Ντοστογιέφσκι, αναγκάζεται από την εκδότριά του να γράψει και να παραδώσει το καινούργιο του βιβλίο μέσα σ’ ένα μήνα. Του παρέχονται πλείστες ευκολίες, καθώς και οι ανάλογες πηγές έμπνευσης, όμως αυτός βιώνει το δικό του δράμα. H δακτυλογράφος του κειμένου συμπαραστέκεται στον συγγραφέα, οι ήρωες του βιβλίου ζωντανεύουν, βιώνεται μια έντονη σχέση με την εκδότρια, το βιβλίο τελειώνει και προστάτης-άγιος του όλου εγχειρήματος αποδεικνύεται η δακτυλογράφος και ο έρωτάς της για τον συγγραφέα.

Τη σκηνοθεσία και το σενάριο υπογράφει ο Γιάννης Σολδάτος. Παίζουν οι: Έφη Βενιανάκη (Μάγδα), Σπύρος Κυβέλος (Φιοντόρ), Μαρία Καρακίτσου (Παυλίνα), Αλέξανδρος Τούντας (Άλεξ), Έλενα Μεντζέλου (Άννα), Κατερίνα Τσιρτσώνη (καθαρίστρια), Ελισάβετ Καζοπούλου (Μπλανς), Μαρία Δρακοπούλου (γραμματέας), Λένα Τσιλιχράνου (λογίστρια), Πέτρος Νικολακόπουλος (γκρουμ), Ράνια Πρέβεζα (ψυχίατρος), Ευτυχία Γιακουμή (νεαρή κοπέλα).



Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ την Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου και επίσης προβάλλεται το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου στις 18:00 (ΑΚΜΗ).


By Antonio

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Narnia strikes back!


Ύστερα από τις δύο προηγούμενες κινηματογραφικές της προσπάθειες η μαγική γη της Νάρνια επιστρέφει δυναμικά στη μεγάλη οθόνη. Το χρονικό της Νάρνια, το οποίο μας συστήθηκε πρώτη φόρα μέσα από την ομώνυμη καθημερινή τηλεοπτική σειρά, συνεχίζει ακάθεκτο την επέλαση του προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να εισέλθουμε για ακόμα μία φορά στον δικό του μαγικό κόσμο και να γίνουμε, έστω για λίγο, μέλη της απόλυτα παιδικής φαντασίας που ξετυλίγεται μέσα του.
Έτσι, μετά το «Το λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα» του 2005, αλλά και τον «Πρίγκιπα Κάσπιαν» το 2008, αυτή τη φορά ένα νέο κεφάλαιο από το φημισμένο χρονικό ανοίγεται μπροστά μας: «Ο ταξιδιώτης της αυγής».

Αυτή τη φορά, ο Έντμουντ (Σκάνταρ Κέινς)και η Λούσι (Τζόρτζι Χένλι), μαζί με τον ξάδερφό τους Γιουστέις (Ουίλ Πόλτερ), τον μεγαλοπρεπή φίλο τους Κάσπιαν (Μπεν Μπαρνς) και ένα ριψοκίνδυνο ποντίκι με το όνομα Ρίπιτσιπ (χαρίζει τη φωνή του ο Σάιμον Πεγκ) βρίσκονται ξαφνικά μέσα σε έναν πίνακα και στο πλοίο Dawn Treader. Η αποστολή τους -από την οποία εξαρτάται η μοίρα ολόκληρης της Νάρνια- θα τους οδηγήσει σε κάποια μυστηριώδη νησιά, σε μοιραίες αναμετρήσεις με μαγικά πλάσματα κι απειλητικούς εχθρούς, αλλά και στην επανασύνδεση με τον φίλο και προστάτη τους, το λιοντάρι Άσλαν (χαρίζει τη φωνή του ο Λίαμ Νίσον)…

Μία δυνατή περιπέτεια φαντασίας που ενώνει το κλασικό παραμύθι με την απόλυτη δράση ζωντανεύοντας στα μάτια μας όλα αυτά που τόσο έχουμε αγαπήσει μέσα από λαϊκούς θρύλους και δοξασίες. Οι ήρωές μας για ακόμα μία φορά αναγκάζονται να ριψοκινδυνέψουν την ίδια τους τη ζωή προκειμένου να βοηθήσουν αυτή τη φανταστική χώρα της Νάρνια να επιβιώσει, γι’ αυτό δεν διστάζουν να αναμετρήσουν τις δυνάμεις τους με παράξενα πλάσματα, δράκους, νάνους και μια ομάδα χαμένων πολεμιστών, σε ένα επικό ταξίδι γεμάτο ανατροπές…

*Ο Μάικλ Άπτεντ ("The World Is Not Enough") σκηνοθετεί αυτήν την τρίτη κινηματογραφική μεταφορά ταινία της σειράς "Το Χρονικό της Νάρνια", η οποία για πρώτη φορά κυκλοφορεί και σε 3D.



Από 9 Δεκεμβρίου σε όλους τους πολυκινηματογράφους!!!

By Antonio 

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

It’s Festival Time!


Επιτέλους, η ώρα για ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά ετήσια ραντεβού έφτασε. Η πόλη της Θεσσαλονίκης ντύνεται γιορτινά για ακόμα μια χρονιά κι ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της για να υποδεχθεί το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σήμερα 3 Δεκεμβρίου 2010. Δέκα ημέρες ικανές να μετατρέψουν την συμπρωτεύουσα σε έναν τόπο ανακάλυψης των πρωτοποριακών κινηματογραφικών τάσεων, αλλά πάνω από απ’ όλα να δώσουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο τις αφορμές που χρειάζεται η κοινωνία για να προβληματιστεί πάνω σ’ όλα αυτά που καθημερινά αμφισβητούν την βιωσιμότητά της. Το κινηματογραφικό δεκαήμερο που ακολουθεί, αρχής γενομένης σήμερα, δεν επιτρέπει παράπονα στους καλομαθημένους οπαδούς του αλλά και στον οποιονδήποτε αγαπά αυτό που αλλιώς αποκαλείται και έβδομη τέχνη, αφού περιλαμβάνει προβολές ταινιών από όλο τον κόσμο, σημαντικούς προσκεκλημένους της σύγχρονης κινηματογραφικής σκηνής, αφιερώματα, masterclasses, ανοιχτές συζητήσεις και παράλληλες εκδηλώσεις… Καλή διασκέδαση λοιπόν!



Η πρεμιέρα περιλαμβάνει:


19:30
Το καλοκαίρι του Γολιάθ - (76', Νικολάς Περέδα)
ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ
19:30
Ο ευτυχισμένος ποιητής - (85', Πoλ Γκόρντον)
TZON KAΣΣABETHΣ
20:00
127 ώρες - (90', Ντάνι Μπόιλ)
OΛYMΠION
20:30
Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου - (110', Σουσάνε Μπίερ)
ΦPINTA ΛIAΠΠA
20:30
Μόνος - (13', Vatroslav Mimica)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Ο επιθεωρητής γυρίζει σπίτι - (12', Vatroslav Mimica)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Κοντσέρτο για πολυβόλο - (14', Dušan Vukotić)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Υποκατάστατο - (10', Dušan Vukotić)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Το παιχνίδι - (12', Dušan Vukotić)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Δον Κιχώτης - (11', Vladimir Kristl)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Ο πέμπτος - (3', Pavao Štalter)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Δουλειές του Διαβόλου - (9', Zlatko Pavlinić)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
20:30
Ο τοίχος - (4', Ante Zaninović)
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ
22:00
Παλέρμο ή Βόλφσμπουργκ - (180', Βέρνερ Σρέτερ)
ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ
22:00
Αυτό που αγαπώ περισσότερο - (76', Ντελφίνα Καστανίνο)
TZON KAΣΣABETHΣ


Για περισσότερες πληροφορίες αλλά και αναλυτικότερα το συνολικό πρόγραμμα ολόκληρου του Φεστιβάλ στο επίσημο site: www.filmfestival.gr


by Antonio

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Goodbye Leslie…

Ήταν από τους ανθρώπους που έτσι όπως τους γνωρίζεις, έχεις την εντύπωση ότι θα ζούνε αιωνίως. Από αυτούς τους τύπους που καταφέρνουν με το εκπληκτικά αυτοσαρκαστικό τους χιούμορ να διακωμωδήσουν με τον πιο ουσιαστικό τρόπο κάθε στερεότυπο, κάθε σενάριο της καθημερινότητά μας, κάθε πτυχή της ζωής που όλους εμάς τους υπόλοιπους απλώς μας εγκλωβίζουν…

Όχι, ο Λέσλι Νίλσεν δεν ήταν μόνο ένας πετυχημένος κωμικός. Ήταν ο άνθρωπος που καθιέρωσε το δικό του στυλ στη μεγάλη οθόνη, δίνοντας μία άλλη διάσταση σ’ αυτό που εννοούμε σήμερα κωμωδία. Λιτός, ντυμένος συντηρητικά πάντα με κοστούμι, πουκάμισο και γραβάτα, κάτασπρο μαλλί χτενισμένο έτσι που νομίζεις ότι δεν πρόκειται να χαλάσει ποτέ ό, τι και να του συμβεί… Αν τον έβλεπες στον δρόμο θα νόμιζες ότι δεν συναντάς κάποιο ιδιαίτερο πρόσωπο πέρα από έναν ηλικιωμένο σεβάσμιο κύριο.
Με το που καθόσουν όμως να τον παρατηρήσεις λίγο παραπάνω, θα διαπίστωνες εύκολα ότι με τον Λέσλι Νίλσεν δεν έχεις να κάνεις απλώς με έναν ηλικιωμένο κύριο, αλλά με έναν χαρακτήρα που είχε φιλοσοφήσει βαθύτατα όλο αυτό το ωραίο παραμύθι που λέγεται ζωή. Τελείως κόντρα σ’ όλες τις στερεοτυπικές δομές που έχουμε θέσει οι ίδιοι στο πεδίο δράσης μας μέσα στα όρια μιας κοινωνίας, εκείνος ήρθε φουριόζος και ασυγκράτητα διέλυσε τα πάντα, δείχνοντάς μας ότι ο τρόπος για να ζεις ουσιαστικά, αυτό που πολλοί φιλόσοφοι κι επιστήμονες αποκαλούν «μυστικό μιας επιτυχημένης ζωής», δεν κρύβεται ούτε στα βιβλία, ούτε στα φάρμακα, ούτε στα πιο απόκρυφα μέρη, αλλά στην πιο απλή φράση που μπορεί να ξεστομίσει κανείς: ζήσε όπως θες…

Αυτό το πρότυπο έδωσε στο κοινό το Λέσλι Νίλσεν. Κι αυτό δεν άφησε ούτε μία στιγμή χωρίς να το λατρέψει. Οι αντισυμβατικοί ρόλοι που υποδυόταν τον «έβαζαν» στα παπούτσια ανθρώπων έτοιμων για το καλύτερο και το χειρότερο, τύπων που βαδίζουν κόντρα σε κάθε τι κατεστημένο και με μια χαρακτηριστική άγνοια κινδύνου ξέρουν να προχωράνε μόνο μπροστά. Ακόμα κι αν αυτό είναι πιθανό να προκαλέσει… σεισμικές καταστροφές. Τέτοιες, όπως αυτές που άφηνε στο πέρασμά του ο ιδιόρρυθμος αστυνομικός Φρανκ Ντρέμπιν, στον οποίο ο Λέσλι Νίλσεν πραγματικά βρήκε το δικό του alter ego. Ίσως ο κορυφαίος ρόλος στην καριέρα του, τον καθιέρωσε στα μάτια όλων μας ως έναν τύπο που έκανε το ακατόρθωτο. Ενάντια σε κάθε είδους λογική που μπορεί να υπάρξει και οπλισμένος με πολλά κιλά… αισιοδοξίας, ο Ντρέμπιν θα ζει για πάντα στις μνήμες όλων όσων τον είδαν εν δράσει ως ένας ανατρεπτικός ήρωας, με εμφάνιση απλού καθημερινού ανθρώπου, που ήξερε όμως να γελοιοποιεί ό, τι έπιανε στα χέρια του με τον πιο γοητευτικό τρόπο, αναγκάζοντάς μας να δούμε την ωραία πλευρά, ακόμη και μέσα απ’ τις χειρότερες καταστάσεις…

Εν τέλει, δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω τον Λέσλι Νίλσεν. Ήταν ένας απλώς κωμικός που γνώρισε μεγάλη δόξα; Ήταν το κάτι διαφορετικό στην κωμωδία; Ήταν γενικώς ένας πολύ καλός ηθοποιός; Εγώ διαλέγω να πω ότι το αυθεντικό χιούμορ βρήκε στο πρόσωπό του την εγκόσμια μορφή του για να υπάρξει… Goodbye Leslie

Όσον αφορά τα σημαντικότερα έργο-βιογραφικά του στοιχεία, γεννήθηκε στην πόλη Ρετζίνα του Καναδά το 1926. Τα πρώτα το βήματα τα έκανε στη Νέα Υόρκη όπου άρχισε να δουλέύει στην τηλεόραση τη δεκαετία του 1950. Στα μέσα της δεκαετίας μετακόμισε στο Χόλιγουντ, όπου αρχικά, εκμεταλλευόμενος την εξωτερική του εμφάνιση, έπαιρνε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Όλα άλλαξαν το 1980, όταν η κωμική ομάδα των Ζούκερ-Είμπραμς-Ζούκερ αποφάσισε να προσλάβει σοβαρούς ηθοποιούς για τους πιο γελοίους ρόλους της "Τρελής... Απίθανης Πτήσης". Συνολικά έχει παίξει σε περισσότερες από 100 ταινίες και είχε το δικό του αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας. Πριν από δύο εβδομάδες εισήχθη στο νοσοκομείο με πνευμονία, η κατάστασή του χειροτέρευσε τις τελευταίες δύο ημέρες και τελικά στις 28 Νοεμβρίου ο Λέσλι Ουίλιαμ Νίλσεν (όπως είναι το πήρες όνομά του) άφησε την τελευταία του πνοή, αφήνοντας παράλληλα πίσω του τέσσερις γάμους, πολλούς θαυμαστές και άφθονες ποσότητες γέλιου για να τον θυμόμαστε...


By Antonio


Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

The Next Three Days... coming up next!


Ο Ράσελ Κρόου έχει πάρει φόρα και κυριολεκτικά τίποτα δεν μοιάζει ικανό να τον σταματήσει. Πριν καν προλάβουμε να τον χορτάσουμε ως κινηματογραφικό Ρομπέν των Δασών αφήνει κάτω τα τόξα, τις πανοπλίες, αλλά και το μακρινό Νόττινχαμ για να φορέσει τα παπούτσια του Τζον Μπρέναν, ενός ανθρώπου που βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη και πιο αναπάντεχη πρόκληση της ζωής του, την οποία αναμένεται να ζήσει... "The Next Three Days"!

Αρχή όλων η άδικη κατηγορία και εν συνεχεία καταδίκη της γυναίκας του, Λόρα (Ελίζαμπεθ Μπανκς), για φόνο, που εκείνη δεν έχει διαπράξει. Ο Τζον αρνούμενος να δεχτεί αυτήν την απόφαση και απόλυτα πεπεισμένος για την αθωότητα της συζύγου, είναι αποφασισμένος να κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να οργανώσει με κάθε κόστος την απόδρασή της. Στην προσπάθεια αυτή η γνωριμία του με τον Ντέμον (Λίαμ Νίσον) αποδεικνύεται καθοριστικής σημασίας για την οργάνωση του τελικού σχεδίου, το οποίο δίνει στον Τζον ως υψηλότερο χρονικό περιθώριο δράσης μόνο… εβδομήντα δύο ώρες, ή αλλιώς… μονάχα τρεις μέρες.

Μία περιπέτεια, που αφηγείται την απρόσμενη ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου έτσι όπως ποτέ δεν θα μπορούσε ούτε ο ίδιος να φανταστεί. Μία γερή δοκιμασία για τις αντοχές του καθενός, το απόλυτο κρας τεστ για τα όρια αγάπης ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι, που μέσα σε μερικές στιγμές βλέπει όλη του τη ζωή να γκρεμοτσακίζεται με πολύ μεγάλη ευκολία, αδυνατώντας το ίδιο να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Ή μάλλον, έτσι νομίζουν οι περισσότεροι. Ο ίδιος ο Τζον Μπρέναν έχει άλλη άποψη και δεν είναι διατεθειμένος να θυσιάσει την ευτυχία της ζωής του για κανένα αντάλλαγμα. Εμείς πάντως είμαστε μαζί του…   

Η ταινία αποτελεί remake της γαλλικής «Pour Elle» («Anything For Her») του Φρεντ Καβαγιέ και σηματοδοτεί την δυναμική επιστροφή του Πολ Χάγκις, τρία χρόνια μετά το «In The Valley of Ella» και έξι χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Crash» (Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Μοντάζ και Πρωτότυπου Σεναρίου).



Από 9 Δεκεμβρίου σε όλους τους πολυκινηματογράφους!


By Antonio

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Το «Νησί» της… υστερίας!

Τον τελευταίο καιρό, και για την ακρίβεια από την έναρξη της φετινής τηλεοπτικής σεζόν ένας τρελός πανζουρλισμός έχει κυριέψει τους πάντες και τα πάντα σχετικά με τη νέα σειρά του Mega, το «Νησί».
Φυσικά και η εν λόγω σειρά αποτελεί κάτι το διαφορετικό από όσα είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε όλα αυτά τα χρόνια από την ιδιωτική τηλεόραση, αφού -κακά τα ψέματα- πέραν κάποιων πετυχημένων κωμωδιών, καμία άλλη δραματική κοινωνική σειρά δεν κατάφερε να συγκινήσει και να προκαλέσει τόσα έντονα συναισθήματα στο τηλεοπτικό κοινό.

Ωστόσο, ως γνωστόν στη χώρα της υπερβολής όλα μοιάζουν να έχουν αρχίσει να κινούνται πλέον από την άλλη πλευρά. Ομολογουμένως το «Νησί» είναι ένα καλογυρισμένο έργο, με δυνατές ερμηνείες καταξιωμένων ηθοποιών, φυσικά σκηνοθετημένο με ελκυστικό τρόπο, πλάνα και φωτογραφίες που και μόνο επειδή αφορούν μια περασμένη και πολύπαθη περίοδο της Ελληνικής κοινωνίας, είναι λογικό να βρίσκουν ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό. Μάλιστα, καθώς η χρονολογία από την οποία εξελίσσεται η πλοκή της σειράς δεν είναι δα και τόσο μακρινή, αυτό αποτελεί έναν επιπλέον λόγο που πολλοί εκ των τηλεθεατών ενδεχομένως να ταυτίζονται μαζί του λόγω μιας σχετικά πρόσφατης αντίστοιχης προσωπικής ιστορίας.

Αλλά είπαμε, η Ελλάδα είναι η χώρα που η υπερβολή δοξάστηκε και δοξάζεται ως θρησκεία. Έτσι, ήταν αδύνατο το «Νησί» να εμφανιστεί στα τηλεοπτικά δρώμενα απλά και μόνο ως μία επιτυχημένη σειρά. Αντιθέτως, κάθε μεσημεριανή εκπομπή, κάθε σχόλιο τηλεοπτικού ή προερχόμενου από τον ευρύτερο καλλιτεχνικό χώρο προσώπου, κάθε δήλωση οποιουδήποτε τελοσπάντων που ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με το χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση, περιλαμβάνει μία ιδιαίτερη μνεία, έναν έπαινο, για να μην πω μία δοξασία στο όνομα της σειράς. Με σχεδόν τυφλή υπακοή σε κάποιο καταστατικό, άσχετοι και σχετικοί, προβάλουν ως μία υποχρέωσή τους να αναφέρουν τη σπανιότητά του, τη μοναδικότητά του, τα τόσα βαθύτερα μηνύματα που περνάει. Όλοι ανεξαιρέτως, με δισταγμό μάλιστα να προφέρουν, έστω και ψιθυριστά, την παραμικρή αντιθετική πρόταση. Αυτό άλλωστε θα αποτελούσε ιεροσυλία.

Όντως, η πιστή προσήλωση όλων στη συγκεκριμένη υπόθεση πέρα από λογική, αφού πράγματι η σειρά είναι αρκετά ποιοτική, καταντά γραφική. Τέτοια δογματική προσήλωση, τέτοιος πωρωμένος φανατισμός, αλλά και τόση τάση να εξιδανικεύσουν την γενικότερη απουσία τους από την ουσιαστική προσφορά τους ως ΜΜΕ στην κοινωνική ζωή, δημιουργούν ένα κλίμα λατρευτικής προσκύνησης σε κάτι που εν τέλει είναι απλώς μία φιλότιμη προσπάθεια. Με τα καλά της και φυσικά με τα αρνητικά της.

Όχι, δεν είμαι αντίθετος σε μία ποιοτική σειρά, την ώρα κιόλας που η τηλεόραση περνά μία τόσο έντονη κρίση στον τομέα της πραγματικής ψυχαγωγίας και στην προαγωγή αληθινού πολιτισμού. Εν τούτοις, όταν όλη αυτή η στρατευμένη κίνηση να υπερυψωθεί μία τέτοια προσπάθεια λαμβάνει χώρα με τέτοιο συνολικό αλλά και με τόσο αποκλειστικό τρόπο πως οποιαδήποτε, με υποψία αντίθεσης, άποψη, τότε είναι αναπόφευκτο ότι η αίσθηση που αποπνέεται είναι μία: ότι δεν μπορείς να κρύψεις με έναν τόσο προκλητικά ανόητο τρόπο την ανυπαρξία σου, απλά και μόνο επειδή ως φανατικός οπαδός υμνείς επίμονα το μοναδικό καλό σου προϊόν. Αυτό που τόσο επίκαιρα έτυχε να εμφανιστεί και φυσικά όταν τελειώσει, είναι δεδομένο ότι θα επιστρέψεις εκεί που βρίσκεται το χαμηλό σου επίπεδο. Σ’ αυτό το χαμηλό επίπεδο της ψευτοκουλτούρας, της λογικής της ομοίωσης, της λογικής που έχει αναγάγει το σημείο -το φαίνεσθαι- σε θεότητα, και την ουσία -το είναι- την αφήνει έρμαιο της εκμετάλλευσης του οποιουδήποτε που  στο βωμό του κέρδους, δεν διστάζει να θυσία ούτε την τέχνη, ούτε την προσφορά στον πολιτισμό, ούτε βέβαια ενστερνίζεται κάποιου είδους σεβασμό προς το κοινό.   

Όλα αυτά, τόσος ντόρος για μία πετυχημένη σειρά, ένας ντόρος επίμονος για να πειστούμε όλοι εμείς, ως κοινό, ότι η τηλεόραση έχει και τα καλά της. Όμως η αλήθεια είναι σκληρή. Ναι η τηλεόραση έχει δυνατότητες, αλλά τις έχει απενεργοποιημένες. Και το να παινεύουν όλη μέρα, οι ίδιοι οι άνθρωποι που έριξαν το επίπεδο της τηλεόρασης τόσο χαμηλά, μία και μοναδική σοβαρή τηλεοπτική τους προσπάθεια για να δώσουν την εντύπωση ότι κάνουν και δουλειά πέρα από πρόσκαιρη σαχλαμάρα, αυτό λυπάμαι αλλά δεν είναι επιτυχία.

Φυσικά ο κόσμος, το ευρύ κοινό δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Όταν σχεδόν παθητικά δέχεται κάθε είδους μετριότητα ή και αηδία που προσφέρει η τηλεόραση, δεν είναι δυνατό τώρα να αντισταθεί, να δει με ψυχραιμία και να απολαύσει απλώς μία ποιοτική τηλεοπτική προσπάθεια. Η μόδα του Facebook, τα fan club και φυσικά ο καταιγισμός των θετικών σχολίων από δημοσιογράφους μέχρι… κάθε καρυδιάς καρύδι, έρχονται να επιβεβαιώσουν για ακόμα μία φορά πως ό, τι δώσεις στον κόσμο και του πεις ότι είναι μπεστ σέλερ, είναι κουλτούρα, είναι ποιότητα, εκείνος θα τρέξει με τα μούτρα πάνω του, μην τυχόν και στην αντίθεση περίπτωση τον κατηγορήσουν ότι δεν είναι τόσο ή καθόλου κουλτουριάρης ή ποιοτικός όσο πρέπει να είναι.

Κλείνοντας, τόσα και τόσα έχουν ακουστεί για τη σειρά το «Νησί», το οποίο βεβαίως βασίζεται εξ ολοκλήρου στο ομώνυμο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ. Όλα τα έχουν ξεψειρίσει οι δημοσιογράφοι και τα δαιμόνια λαγωνικά τους. Ένα όμως είναι αυτό που, αδίκως, παραμένει στην αφάνεια. Πριν από αρκετά χρόνια, το 1893, ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας συγγραφέας κι ο καλύτερος λαογράφος, ηθογράφος και διηγηματογράφος της Ελληνικής μας παράδοσης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, συνέγραψε κι εξέδωσε το διήγημα «Βαρδιάνος στα Σπόρκα»,  που περιγράφει την ιστορία της γριάς-Σκεύως, η οποία μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα, επιχόλερα καράβια) που έχουν προσαράξει στον Τσουγκριά (μικρό νησάκι δίπλα στη Σκιάθο), έτσι ώστε να σώσει το γιο της που βρίσκεται εκεί κλινήρης προκειμένου να θεραπευθεί από την ασθένεια. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση. Tο διήγημα ωστόσο δεν αναδίδει οσμή θανάτου, αλλά διαπνέεται από αισιοδοξία, αναδεικνύοντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τον άνθρωπο να γνωρίζει το αληθινό πρόσωπό του, μέσα από τις σκληρές καταστάσεις της ζωής.

Εν ολίγοις, καλό το «Νησί». Χρυσό το «Νησί». Αλλά ας ρίξουμε και μια ματιά στη δική μας παράδοση. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει η κουλτούρα και θέλουμε να ασχοληθούμε μαζί της, τουλάχιστον ας το κάνουμε κανονικά κι όχι υποδυόμενοι ρόλους στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης. Έτσι, ίσως είναι ο μόνος δρόμος, ώστε ο υστερικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της εξομοίωσης των συμβόλων με τα σημεία, να αφήσει τη θέση του στον πραγματικό πολιτισμό. Αυτόν που προς το παρόν η τηλεόραση αγνοεί παντελώς… Για το φινάλε, ατάκα δημοσιογράφου καθημερινής πρωινής εκπομπής περιγράφει καλύτερα από όσα αναφέρονται παραπάνω την τωρινή κατάσταση σχετικά με τα ΜΜΕ και το «Νησί»: «Εντάξει δεν νοσούν οι ίδιοι από χολέρα, ηθοποιοί είναι οι άνθρωποι»…


By Antonio