Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο στόχος προηγείται της λύσης



Πρόσφατα διάβασα ότι το ΚΚΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής μνημονίου, προκειμένου να καταφέρει να αντεπεξέλθει στις επιχειρήσεις που διατηρεί προχώρησε σε δραστικές μειώσεις και -απαραίτητες- απολύσεις εργαζομένων. Με τους ιθύνοντες να δηλώνουν υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να κινηθούν με αυτόν τον τρόπο, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η ίδια η επιβίωση θα ήταν αδύνατη. 
Δεν το βρίσκω παράλογο αυτό. Είναι μία σκληρή απόφαση αν μη τι άλλο, ωστόσο όταν η κατάσταση απαιτεί αλλαγές και σε καλεί να προχωρήσεις σε μεταρρυθμίσεις έτσι ώστε να τα φέρεις εις πέρας, είναι δεδομένο ότι θα αναλάβεις ένα κόστος. Από τη μία υπάρχει το κόστος του να μην προσαρμοστείς στις ανάγκες της υπάρχουσας κατάστασης και κι άρα να υποστείς τις όποιες συνέπειες αυτής της στασιμότητας. Από την άλλη, υπάρχει το άλλο κόστος: να βάλεις μπρος τις μεταρρυθμίσεις που πιστεύεις ότι ανταποκρίνονται στις περιστάσεις, αναλαμβάνοντας το όποιο κόστος των αποφάσεών σου, οι οποίες είτε θα αποδώσουν είτε 100%, είτε εν μέρει, είτε βέβαια και θα αποτύχουν. 


Έτσι, έρχεσαι αντιμέτωπος με το ερώτημα: ποια είναι η επιλογή με το μικρότερο δυνατό κόστος;


(Εδώ αφήνουμε αυτό το θέμα στην άκρη για λίγο και ανοίγουμε μία μεγάλη παρέκβαση προκειμένου να τη συνδέσουμε με την παραπάνω). 

Το θέμα της οικονομικής διαχείρισης σε οποιονδήποτε κλάδο εξαρτάται από τους στόχους. Για την ακρίβεια, η έννοια της οικονομίας, εκτιμώ, ότι είναι ταυτισμένη με την έννοια της φράσης «θέτω στόχους». Αναπόφευκτα (δηλαδή είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) όταν έχεις να διαχειριστείς ένα ποσό -από δέκα ευρώ έως ένα εκατομμύριο- είτε αυτό αφορά τον κουμπαρά ενός ανήλικου παιδιού, τον «προϋπολογισμό» μιας τετραμελούς οικογένειας έως και τον επίσημο προϋπολογισμό ενός κράτους, θέτεις στόχους, τους οποίους μάλιστα πετυχαίνεις πάντοτε, οπότε στο φινάλε, αναλόγως τα τελικά αποτελέσματα της επίτευξης των στόχων που έθεσες παρατηρείς/αναρωτιέσαι το εξής: έθεσα τους σωστούς στόχους;

Στην περίπτωση του ΚΚΕ το πράγμα ακολουθεί την ίδια διαδρομή: όσον αφορά τον τομέα «διοίκηση της επιχείρησης» παρουσιάζονται σκληροί, αμείλικτοι, λειτουργούν με βάση το συμφέρον κι ας έχει αυτό το οποιοδήποτε κόστος. Κι όλα αυτά στο βωμό της «επιβίωσης» του μαγαζιού. Πρόβλημα; Κανένα. Απολύτως σύμφωνοι. Ο ίδιος ο στόχος της «επιβίωσης» που έχουν εντελώς συνειδητά θέσει διαφαίνεται από την παραστατικότητα των πράξεών τους. Αντιθέτως, στην περίπτωση «κράτος» του κόμμα του ΚΚΕ δείχνει με τις πράξεις του να αντιμετωπίζει το -παρόμοιο- ζήτημα της «επιβίωσης» από μία άλλη οπτική. Σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, αν και τα γεγονότα αναφέρουν ότι τα έξοδα έχουν υπερκεράσει προ πολλού τα έσοδα, πράγμα που σημαίνει ότι το ένα μέρος των πολιτών δεν αντέχει παραπάνω να πληρώνει στο κράτος για να μπορεί το δεύτερο να διατηρεί το… υπόλοιπο μέρος των πολιτών που πληρώνεται από το δημόσιο και επί της ουσίας συντηρεί δια της ψήφου του το κράτος.
Κι έτσι φτάνουμε στο εξής προκείμενο: ένα κράτος ως επιχείρηση με: 1) μηδέν παραγωγική ανάπτυξη, 2) υψηλό ποσοστό «πραγματικής» ανεργίας, δηλαδή επισήμως άνεργοι και ταυτόχρονα -υποτιθέμενοι- εν-ενεργοί που όμως επί της ουσίας η δουλειά τους έχει πέσει για τα καλά έξω, 3) τεράστιο και συνάμα ανασταλτικό (λόγω του τρόπου λειτουργίας) δημόσιου τομέα, ο οποίος τόσο σε αριθμό ατόμων σε σχέση με τις ανάγκες του κράτους, όσο και σε αριθμό κόστους σε σχέση με την αντίστοιχη προσφορά (μέσω της επιτέλεσης του ρόλου του) παραδίδει αποτελέσματα με αρνητικό πρόσημο, 4) βασικά έσοδα από… δανεικά χρήματα.

Πόσες ελπίδες μπορεί να έχει αυτή η επιχείρηση να επιβιώσει αν συνεχίσει με αυτόν τον τρόπο; Καμία. Ή και λιγότερες από καμία.Εκτός αν πιστεύουν κάποιοι ότι, όπως συμβαίνει τελευταία στο Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, θα εμφανιστεί κανένας Άραβας σεΐχης ή Ρώσος επιχειρηματίας και θα μας δωρίσει μερικά δισεκατομμύρια, έτσι για… πλάκα.

Φυσικά όμως κι η στάση του ΚΚΕ απέναντι στα παραπάνω προβλήματα της επιχείρησης που λέγεται Ελληνικό κράτος είναι απολύτως ταυτισμένη με τους διαφαινόμενους στόχους του: «καμία απόλυση», «να μη χάσει ο κόσμος της δουλειές του και τα κεκτημένα δικαιώματα ετών», «έξω τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης και της Τρόικα». Και δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική στάση εφόσον όταν αφαιρεί το κοστούμι του «επιχειρηματία» και ενδύεται αυτό του «πολιτικού» ο στόχος δεν είναι η «επιβίωση» της επιχείρησης-κράτους, αλλ’ αποκλειστικά και μόνο το καλό της παράταξης.
Ναι, εδώ ίσως υπάρχει μία σύγκρουση ρόλων: πως γίνεται το καλό του κόμματος να είναι πιο πάνω από το καλό του κράτους εφόσον αν δεν υπάρχει κράτος δεν υπάρχει και παράταξη; Η απάντηση απλή: το καλό της παράταξης προηγείται για όσο ΑΚΟΜΑ υπάρχει κράτος. Το θύμα παραμένει βέβαια το ίδιο και στη μία και στην άλλη περίπτωση: ο λαός. Αυτός θα χάσει τη δουλειά του, αυτός θα χάσει την αξιοπρέπειά του για να τον «βολέψει» το κάθε κόμμα, αυτός θα πληρώσει τα σπασμένα και κυρίως αυτός θα μασήσει και θα χωνέψει όλ’ αυτά τα «επαναστατικά» που του πουλάνε με θράσος όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για να του αποδείξουν ότι στην κομματική «κομπίνα» δεν είναι απλώς υπεύθυνος αλλά άμεσα μέτοχος κι ο ίδιος. Από ποιον λοιπόν να γυρέψει τα σπασμένα; Μάλλον από τον εαυτό του...
 
Το συμπέρασμα; Δεν είναι δα και κανένα μυστικό ποιες αλλαγές πρέπει να πραγματοποιήσει στον τρόπο λειτουργίας του το Ελληνικό κράτος. Ο στόχος της επιβίωσης, αν κάποτε τεθεί πραγματικά, δεν έχει ούτε εμπόδια, ούτε απαιτεί καμιά ιδιαίτερη σοφία για να γίνει πράξη. Για την ακρίβεια είναι απολύτως ορατός. Εξάλλου, το κόστος στις αποφάσεις (κι εδώ επιστρέφουμε και συγκλίνουμε με την αρχική τοποθέτηση) πάντα θα υπάρχει, ωστόσο το θέμα είναι ότι το ένα κόστος δεν είναι ίδιο με το άλλο. Κι αυτό έχει να κάνει με τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στις οποίες πρόκειται να προβεί κάποιος: μπορεί να «κόψει» με τα μέτρα που επιβάλει (πχ ως κράτος) το «εξοχικό» ή τις συχνές βραδινές εξόδους ή το δεύτερο αυτοκίνητο ή «τα παιδιά σπουδάζουν στο εξωτερικό» από μία οικογένεια, μπορεί όμως να «κόψει» από μία άλλη το φαγητό, το νερό, την υγεία, την εκπαίδευση των παιδιών της, την αξιοπρέπειά της. Το τι θα επιλέξει, ειδικά σε τέτοιους έντονους καιρούς κοινωνικής σύγχυσης και οικονομικής ανισότητας, είναι αυτό που θα αναδείξει και τους στόχους του.
Και οι στόχοι σε κάθε περίσταση -δυστυχώς- μιλούν πολύ φωναχτά και υποδεικνύουν το εξής: γνωρίζεις το πρόβλημα που σε απασχολεί πριν επιχειρήσεις να το λύσεις;

by Antonio 

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Έχουμε το Πανεπιστήμιο που μας δημιουργήσαμε



Τα όσα συμβαίνουν στο Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι απόλυτα φυσιολογικά. Όταν εδώ και δεκαετίες το μόνο που θυμίζει ότι (για παράδειγμα) το ΑΠΘ είναι ακαδημαϊκός χώρος είναι το κτίριο και τίποτα άλλο, τι περιμένει κανείς να συμβεί μετά; 
Όταν τόσα χρόνια το πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί για να βγάλει επιστήμονες, δηλαδή ανθρώπους με ιδέες που θα προσφέρουν κάτι καλό στον κόσμο, αλλά νέους πολιτικούς ή νέους μισθωμένους ψηφοφόρους πολιτικών, όταν διοικείται με σκοπό να "βολέψει" ένα σωρό κόσμο (είτε ως καθηγητές, είτε σε όποια άλλη θέση της λειτουργίας του) από υποχρέωση προς το κόμμα, όταν ουσιαστικά έχει εξελιχθεί στην επιτομή των πελατειακών σχέσεων οι οποίες καλλιεργούνται στην Ελλάδα περίπου από την εποχή του Ιωάννη Κωλέττη και προσωπικά εκτιμώ ότι από τότε, ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν, αντ' αυτού διευρύνθηκαν! 
Πλέον, με όλα αυτά να αποτελούν καθημερινότητα στον πυρήνα της ίδιας της λειτουργίας του, δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη φάση της Ελληνικής κοινωνίας, αντί το Πανεπιστήμιο να διαδραματίσει έναν ηγετικό ρόλο υπέρβασής της και κατεύθυνσης μέσω αυτής σε κάτι πολύ ανώτερο, κάθεται και μιμείται τις "παλιοκαιρίσιες" κόντρες που λαμβάνουν χώρα επί μονίμου βάσεως στην παρηκμασμένη Ελληνική Βουλή με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους ή μορφωμένους καθηγητές. 
Αλλά φυσικά κι αυτό δεν είναι άξιον απορίας. Τα ίδια τα κόμματα της Βουλής δημιούργησαν, έθρεψαν και ισχυροποίησαν τις πιο δύσοσμες προεκτάσεις τους στο χώρο της εκπαίδευσης: τις κομματικές νεολαίες. Όταν λοιπόν, μέχρι και πριν από μερικούς μήνες (!) η εκάστοτε κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να μπορεί να συντηρεί κάτι το "αρρωστημένο", που όμως βόλευε σε ένα απόλυτα πελατειακό σύστημα ένα μεγάλο αριθμό φοιτητών σε συνδυασμό με τους καθηγητές, ήταν όλα καλά. Τώρα που εκ των πραγμάτων αυτό κατέληξε σε μια μορφή κατάργησης, η οποία αναπόφευκτα προσέλκυσε άρση πολλών προνομίων και ουσιαστικά κατάργηση των "εξυπηρετήσεων", κανείς δεν μπορεί να το δεχθεί αβίαστα. 
Και το παρανοϊκό της υπόθεσης; Αντί οι φοιτητές ως ένα σώμα, μακριά από ανόητες κομματικές ιδεολογίες, πολιτικά "κηρύγματα" κ.α. να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αποφασίσουν με πρώτο μέλημα την καλυτέρευση του κατεξοχήν αντικειμένου στο οποίο επιτηδεύονται, δηλαδή την εκπαίδευση, αυτοί να σπαταλούν το χρόνο τους σε κακής ποιότητος διαβουλεύσεις και φλύαρες συζητήσεις, αναδεικνύοντας επί της ουσίας ποιος τελικά είναι ο πραγματικός λόγος φοίτησής τους: το μικροσυμφέρον τους. 
Ακριβώς αυτό δηλαδή που διδάχθηκαν από (και διδάσκουν ακόμα) τα κόμματα στην Ελλάδα: "κοίτα να γελάσεις τον άλλο για να βγεις εσύ κερδισμένος". 
Το κακό στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι το παραπάνω μεταλαμπαδεύτηκε υπό τη μορφή ιδεολογιών, παρατάξεων, διεκδικήσεων, αλλά η αμείλικτη δύναμη της πραγματικότητας έχει την ικανότητα να αποδεικνύει την αλήθεια: οι πράξεις μιλούν από μόνες τους. 
Με λίγα λόγια, καταλήψεις εις βάρος του ίδιου μας του εαυτού και της επιστήμης μας (ως φοιτητές) και αντιδράσεις ως αντίποινα από τους καθηγητές. 
Πράγμα λογικό αν υποθέσει κανείς ότι το πανεπιστήμιο δεν συγκροτείται στην πλειοψηφία του από το σχήμα διδάσκοντες-διδασκόμενοι (ζεύγος απόλυτα υγιές με βάση την έννοια ύπαρξης ενός Ακαδημαϊκού σκοπού) αλλά από τη γενικευμένη έκφραση "κομματικά (και μικροπροσωπικά) συμφέροντα". 
Κι αν αυτό που λέω είναι ανοησία ας μου απαντήσει κάποιος: η τωρινή κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης και διαμάχης, η ίδια η αυτοκαταστροφική δραστηριότητα από το σύνολο καθηγητών και φοιτητών εις βάρος το ίδιου του Πανεπιστημίου, θα λάμβανε χώρα αν πραγματικά ίσχυε το πρώτο σχήμα; Αν όχι, τότε υπό ποία έννοια, έστω και ασυνείδητα, βρισκόμαστε στον Ακαδημαϊκό χώρο (καθηγητές και φοιτητές); Μήπως ήρθε -επιτέλους- η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και ν' αρχίσουμε τις αλήθειες; 
Εκτός αν προτιμάμε να είμαστε διακοσμητικά στοιχεία ή απλώς υπεύθυνοι στην αυτοκαταστροφή μας. Ειδάλλως η λύση είναι μία: καθηγητές και φοιτητές ενωμένοι, μακριά από κάθε είδους κομματικές παρατάξεις και "χρωματιστές" ιδέες. Εξάλλου για εμάς (καθηγητές και φοιτητές) το... "κόμμα" που ανήκουμε είναι και πρέπει να είναι ένα: αποκλειστικά το Πανεπιστήμιο. Ποτέ δεν είναι αργά. Το λάθος δεν διορθώνεται με λάθος.

By Antonio

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Εγώ, είμαι με τον ντελιβερά



Βαρέθηκα πια να με αποκαλούνε ατομικιστή επειδή μου τη δίνουν στα νεύρα οι πορείες των ταξιτζήδων, οι αποκλεισμοί από τους φορτηγατζήδες, οι διακοπές ρεύματος από τους υπαλλήλους της ΔΕΗ, οι συνεχείς απεργίες των δικαστικών, οι αναίτια απρόσμενες αναβολές εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και γενικώς οι κάθε είδους δυσλειτουργίες που συμβαίνουν στη χώρα μας εξαιτίας του αγώνα που διατείνονται ότι δίνουν τα σωματεία των εργασιακών κλάδων στην Ελλάδα.
Βαρέθηκα να μου λένε ότι κοιτώ την πάρτη μου όταν θέλω να πάω στη δουλειά μου ή όταν και επειδή καλοκαίριασε θέλω να πάω να κάνω ένα ρημαδομπάνιο στη θάλασσα και δεν συμμερίζομαι των αγώνα τους για κάποια περιβόητα δικαιώματα, επειδή γκρινιάζω με τη στάση τους.
Κι όμως έχω την εντύπωση ότι ενόσω ίσχυαν αλλά και αυξάνονταν τα «δικαιώματα» όλων αυτών των κλάδων, η χώρα μας έφτασε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Γιατί η λεγόμενη «πρόοδος» που επήλθε σε πολλούς επαγγελματικούς χώρους όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων στην εποχή μας δεν ήταν αποτέλεσμα συνολικών αγώνων που έδιναν ΟΛΟΙ οι πολίτες της χώρας για τον κοινό σκοπό της κατάκτησης των δικαιωμάτων της ευημερίας και της αξιοπρέπειας που οφείλει να απολαμβάνει ο κάθε επαγγελματίας-εργαζόμενος ανεξαιρέτως, αλλά αντίθετα της επιδίωξης του ατομικού μικροσυμφέροντος που προσπάθησε να εξασφαλίσει ο εκάστοτε κλάδος είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο είτε όχι.
Και το αποτέλεσμα; Οι αγώνες όσων τομέων είχαν ή απέκτησαν ισχυρό κόσμο κι άρα εν δυνάμει αποτελούσαν ψηφοφόρους για την κομματική κυβερνητική μηχανή, δικαιώθηκαν. Τα προνόμιά τους απέκτησαν μορφή δικαιωμάτων, ακόμα βέβαια κι αν αυτά αποδεικνύονταν στην πράξη επιζήμια για το συνολικό βάρος της κοινωνίας, οι κατά καιρούς στάσεις εργασίας τους μετονομάστηκαν σε δημοκρατικές διεκδικήσεις, ενώ ταυτοχρόνως ο κατεξοχήν ρόλος τους, δηλαδή η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν πέρασε σε δεύτερη μοίρα, χωρίς κανείς να ασχολείται αν αυτά που ζητούν συνεχώς αλλά και όσα, πλουσιοπάροχα εν σχέσει με ένα άλλο μέρος της κοινωνίας, καρπώνονται αντιστοιχούν στις παρεχόμενες υπηρεσίες!
Φυσικά ένα τέτοιο παρασιτικό σύστημα οικονομίας δεν είχε και πολύ μέλλον μπροστά του. Και ήδη όχι πολλά χρόνια αφότου αυτό το προχειροκατασκευασμένο «έκτρωμα» που οι κυβερνώντες μας το αποκαλούν οικονομία κατέρρευσε. Το εισαγόμενο και κυρίως ΔΑΝΕΙΚΟ «μέλι» τελείωσε και η ανάγκη για μειώσεις και… αρνήσεις στις απαιτήσεις όλων αυτών των ισχυρών συνδικαλιστικά επαγγελματικών κλάδων ήταν ΠΟΛΥ ΛΟΓΙΚΟ να έρθουν, αφού προ πολλού αυτή η χώρα δεν διάλεξε να παράγει για να ζει αλλά να τρέφεται με τα «ξένα», υποθηκεύοντας περιουσιακά στοιχεία, κυρίως δε το ελάχιστο που έχει στη δικαιοδοσία του ο κάθε Έλληνας: την αξιοπρέπειά του.
Βεβαίως, ακόμα είναι νωρίς και ελάχιστοι από αυτούς που ανήκουν σε κάποιον ισχυρό επαγγελματικό συνδικαλιστικό χώρο έχει πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί. Οι περισσότεροι συνεχίζουν να «αγωνίζονται» για τα κεκτημένα αλλά και για τα μελλούμενα, αδιαφορώντας πλήρως αν, πρώτον, οι απαιτήσεις τους είναι ζημιογόνες για την οικονομική κατάσταση της χώρας και συγκεκριμένα για την οικονομική κατάσταση του πλησίον τους, και δεύτερον, αν ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να τις διεκδικήσουν είναι τέτοιος που επιτείνει με πολύ σκληρό τρόπο το κακό που μαστίζει την παραπαίουσα Ελληνική κοινωνία.

Κι όμως, δυστυχώς, δεν γνωρίζουν όλοι αυτοί που περιγράφονται παραπάνω ότι υπάρχουν κι άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, οι οποίες ενδεχομένως να τραβάνε μεγαλύτερο οικονομικό λούκι από αυτούς, αφού ούτε κάποιον «πατέρα» έχουν να τους προστατεύει ούτε φυσικά το αφεντικό στις δουλειές μέσα από τις οποίες πολλοί προσπαθούν να ζήσουν ακόμα και ολόκληρες οικογένειες, θα τους χαλαλίσει τίποτα αν αργήσουν να πάνε στην ώρα τους επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να κλείσουν τους δρόμους με το έτσι θέλω.

Αυτές, τις τόσο ταλαίπωρες κατηγορίες εργαζομένων που πραγματικά μοχθούν για το μεροκάματο είναι, όμως, που τις βγάζω το καπέλο. Όχι γιατί βρίσκονται σε μία οικονομικώς δεινή θέση. Αλλά γιατί δεν τσίμπησαν σαν τσιπούρες στο δόλωμα αυτού του τύπου της κομματικής λειτουργίας που εγκαθιδρύθηκε τη χώρα μας εδώ και αρκετά χρόνια. Όχι, αυτή η κατατρεγμένη τάξη εργαζομένων δεν λύγισε μπροστά στα φράγκα, αντ’ αυτού ακόμα και στις μέρες μας είναι η μόνη που δεν βγάζει μιλιά και παλεύει καθημερινά για ένα ακόμα μεροκάματο του τρόμου. Μπορεί άλλωστε να κάνει κι αλλιώς; Το σίγουρο ωστόσο είναι ότι ένας που τα έχει χάσει όλα, δεν έχει τίποτα χειρότερο να περιμένει. Παρά μόνο τη δικαίωση.

Αποκλειστικά και μόνο σ΄ αυτόν τον αγώνα θέλω να σταθώ δίπλα. Ίσως ο μοναδικός που εκφράζει με τον δικό του τρόπο κάτι τόσο απλό αλλά τόσο ουσιώδες: «Το μόνο εργασιακό δικαίωμα είναι η επιβίωση όλων». Αν τώρα ο ασπασμός του με κατατάσσει στα μάτια πολλών ως ατομικιστή, τότε ναι, μπορεί και να είμαι. Εκείνο όμως που λέω στα σίγουρα είναι το εξής: «ΕΙΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΛΙΒΕΡΑ, ΤΗΝ ΠΩΛΗΤΡΙΑ, ΤΟΝ ΣΕΡΒΙΤΟΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟ».  

By Antonio

Που πάτε ρε Νταβέληδες;



Πάντα είχα την απορία πως είναι δυνατόν μία κουταλιά σκόνη καφέ, μία ζάχαρη χτυπημένα στη μηχανή διαλυμένα μέσα σε λίγο νερό να κοστίζουν ένα αστρονομικό για τις ημέρες μας ποσό που αγγίζει τα… 5 ευρώ. Ήθελα να ήξερα τι χρεώνεται τόσο εξαιρετικά στην όλη διαδικασία. Τα παγάκια?
Προφανώς κι όχι θα πει κανείς. Είναι η ατμόσφαιρα, το μέρος, οι υπηρεσίες και γενικώς η μούρη που πουλάει το μαγαζί. Εντάξει καλά όλα αυτά. Αλλά αν το κάνουμε το συγκεκριμένο το θέμα και μιλήσουμε φερ’ ειπείν για ένα κλασικό Χαλκιδικιώτικο beach bar και προσθέσουμε στην παραπάνω τιμή για τον καφέ ακόμα 4 ευρώ για ξαπλώστρα και ομπρέλα τότε η επιθυμία για μερικές στιγμές χαλάρωσης στην αγαπημένη σου παραλία κοστίζουν κοντά στα… 10 ευρώ (δεν πρόσθεσα φυσικά καμία αγορά προϊόντος προς βρώση από το κατάστημα που περιγράφω γιατί τότε επιβάλλεται να κουβαλάς… μπλοκ επιταγών μαζί σου). Δηλαδή για να μιλήσουμε με πιο παραστατικά λόγια, κοστίζουν όσο περίπου το μισό από όσο είναι το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου υπαλλήλου στη χώρα μας!!!
Θα μου πει κανείς: «Μην πας εκεί ρε φίλε», ή ίσως «Κάποιοι έχουν τα χρήματα να πάνε». Ε, και θα του απαντήσω: «Αν συνεχιστεί αυτό, ο επιχειρηματίας του εν λόγω καταστήματος ας το πάρει απόφαση ότι είναι το τελευταίο καλοκαίρι που έχει δουλειά και μετά ας αγοράσει μια καλή μυγοσκοτώστρα γιατί θα πέσει σύννεφο η καρπαζιά στις μύγες τα επόμενα καλοκαίρια»!!
Γιατί; Τι γιατί ρε καλλιτέχνη; Γιατί όποιος επιχειρηματίας λειτουργεί με το παραπάνω σκεπτικό, δηλαδή «δυο-τρεις μήνες δουλειά είναι, ας αρπάξουμε όσο πιο πολλά μπορούμε όσο έρχεται ακόμα κόσμος» είναι επιεικώς πρωτόγονος. Ούτε στην εποχή του Χαλκού δεν σκέφτονταν τόσο προκλητικά αισχροκερδώς όσοι προσπαθούσαν να κερδίσουν τον επιούσιο άρτο μέσα από κάποια επιχείρηση. Δε λέω, αρκετά χρήματα δόθηκαν αφειδώς εδώ και μια τριακονταετία στη χώρα μας και μάλιστα σε ένα μεγάλο μέρους του πληθυσμού και άμεσο αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ή η διαμόρφωση επαγγελμάτων που όχι μόνο δεν υπήρχαν (έτσι) παλαιότερα αλλά που βασίζονται αποκλειστικά στην αφαίμαξη χρημάτων από τους πολίτες που πλέον τους περίσσευαν!
Αξιοπρόσεκτη το δίχως άλλο η εν λόγω τακτική αλλά οπωσδήποτε με... ημερομηνία λήξης. Η ώρα της οποίας φαίνεται να ήρθε πια με το ξέσπασμα της λεγόμενης οικονομικής κρίσης -και- στη χώρα μας. Ο κόσμος πλέον ΔΕΝ έχει χρήματα, και όσοι έχουν, πλην βεβαίως κάποιες κατηγορίες που ούτως ή άλλως αποτελούν ένα άλλο κοινό που πάντα θα έχει πολλά φράγκα, είναι από όσους «ξέμειναν» και οι οποίοι φυσικά επειδή ακριβώς βλέπουν ότι ένα ιδιαίτερα σκοτεινό «αύριο» πρόκειται να τους επισκεφθεί κάνουν ότι μπορούν για να το αντιμετωπίσουν προετοιμασμένοι.
Συνεπώς: εσύ που ποντάρεις ότι χρεώνοντας λησταρχικώς περίπου 10 ευρώ το «κεφάλι» τον κάθε σου πελάτη, χωρίς παράλληλα να προσφέρεις αξιομνημόνευτες υπηρεσίες, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να «αρπάξεις» όσο περισσότερα γίνεται κι όχι πρωτίστως να εκπληρώσεις τον ρόλο σου, δηλαδή να ευχαριστήσεις τους θαμώνες του μαγαζιού σου, μάθε ότι ο κόσμος δεν άφησε την ιδέα να πάει διακοπές φέτος επειδή ήθελε να έρθει στο δικό σου στέκι και να τα ακουμπήσει. 
Κι αν σε μία περίοδο ευημερίας είχες την ευχέρεια να διαμορφώσεις το οικονομικό επίπεδο των πελατών σου, σε μία περίοδο κρίσης νικητής αναδεικνύεται όποιος στο φινάλε παραμένει ανοικτός και δεν κατεβάζει τα ρολά… 

by Antonio

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Εργασιακά δικαιώματα: fail… No1



Καλημέρες πολλές θέλω να στείλω σε όλους σας, παρότι σχεδόν μεσημέριασε, θέλοντας παράλληλα να πω δυο λόγια για ένα γεγονός-φαινόμενο που στα Ελληνικά δεδομένα μπορεί απλώς να ληφθεί υπ’ όψιν ως μία ακόμα κατάσταση καθημερινής τρέλας…

Εντάξει, η οικονομική κρίση πλήττει πολύ κοσμάκι τούτη την περίοδο. Φυσικό είναι στις αδύναμες οικονομικά χώρες, δηλαδή σ’ αυτές που χρωστάνε πολύ «μαλλί» -ναι, πρώτη και καλύτερη την Ελλάδα εννοώ- είναι λογικό κι επόμενο η παγκόσμια οικονομική διαταραχή να κάνει περισσότερο εμφανή τα σημάδια της. Το αποτέλεσμα; Το βλέπουμε ή καλύτερα, το βιώνουμε σε κάθε στιγμή, περίσταση, γεγονός της καθημερινότητάς μας. Κορυφαία δε εμπειρία όλων μας οι ΑΠΕΡΓΙΕΣ!! Μία έννοια που ναι μεν γεννήθηκε ως ένα απολύτως δίκαιο εργατικό δικαίωμα, ωστόσο στην Ελλάδα, τη χώρα των παρανοήσεων, η ερμηνεία που της έχουμε δώσει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, είναι πράγματι πολύ… ιδιαίτερη. Και ποια είναι αυτή η ιδιάζουσα χροιά την οποία έχουμε αποδώσει στην ερμηνεία της έννοιας της απεργίας; Μα το αποκλειστικά δικό μας, το μοναδικό μας, το εξ ολοκλήρου προσωπικό μας… το ένα και αδιάλλακτο ΣΥΜΦΕΡΟΝ μας… Γιατί πρέπει να είναι πολύ ευθυνόφοβος κάποιος έτσι ώστε να μην βλέπει ότι εσχάτως η απεργία στην Ελλάδα δεν εξυπηρετεί απολύτως κανένα εργατικό δικαίωμα παρά αποβλέπει στην διευθέτηση κάθε είδους απαίτησης των εργαζομένων του δημόσιου τομέα, ακόμα κι αυτή είναι παράλογη, με πιο απλά λόγια είναι εις βάρος όλης της κοινωνίας.

Μία διαπίστωση που ξεκινάει από το ότι καταρχήν δεν είμαστε πρωταγωνιστές σε έναν «Ελληνικό» Μάη του ’68, ούτε φυσικά αγωνίζεται κανείς για τα λεγόμενα «κεκτημένα» πολλών ετών που κινδυνεύουν να χαθούν. Η αλήθεια λέει ότι αφ’ ενός ο Μάης του ’68 και ο κάθε «Μάης του ‘68» στην εκάστοτε κοινωνία είναι συνέπεια της πραγματικής καταπίεσης του ισχυρού και της ταυτόχρονης ανάγκης του καταπιεζόμενου να αντιδράσει και να απαιτήσει την ισότητα που δικαιούται. Αφ’ ετέρου, «κεκτημένο» ή αλλιώς «συνταγματικά κατοχυρωμένο» δεν είναι τίποτα παρά μόνο το γενικό συμφέρον, το ΣΥΝΟΛΙΚΟ κι όχι το εν μέρει καλό, το δικαίωμα του κάθε πολίτη από τον Πατριάρχη μέχρι τον αγριότερο δολοφόνο, από τον πρωθυπουργό μέχρι τον θυρωρό μιας πολυκατοικίας και από τον πλουσιότερο άνθρωπο μέχρι έναν ζητιάνο να λογαριάζονται ως ίσος στο… δικαίωμα που έχει να ζει αξιοπρεπώς. Αυτή είναι η μοναδική «συνταγματικά» κατοχυρωμένη αρχή που οφείλει να διαφυλάττει μία πολιτεία, αν θέλει να αξιώνει τον τίτλο της Δημοκρατίας. Με τις ενδιάμεσες ή παραπλήσιες λύσεις που ουσιαστικά τάσσονται υπέρ του καλού και του συμφέροντος μιας κατηγορίας πολιτών να αποτελούν αποκλειστικά διαστρεβλώσεις…

Όμως, κάνω μία παρέκβαση εδώ για να προσθέσω το εξής: Υπάρχει μια βασική αρχή που λέει ότι οι φράσεις, οι λέξεις, οι έννοιες, οι ερμηνείες διαμορφώνονται αναλόγως των περιστάσεων. Αν αλλάξουν οι περιστάσεις αυτομάτως όλα τα παραπάνω σημαίνουν και κάτι άλλο, γιατί στην τελική όλα έχουν την αξία και τη χροιά που τους δίνουμε, με το μέτρο σύγκρισης να παραμένει στο φινάλε πάντα το ίδιο: το αποτέλεσμα που αντανακλάται στον άνθρωπο: ευτυχία ή δυστυχία. Προσωπικά, είμαι υπέρ αυτής της αρχής, η εφαρμογή της οποίας στο πρόβλημα που αναλύουμε είναι δραστικά αποκαλυπτική.
Κι επανέρχομαι: Στην Ελλάδα, και δεν είναι δα και κανένα κρυμμένο μυστικό αυτό, η τυπολατρία και η τυφλή πίστη στους κανόνες και στις αξιωματικά διατυπωμένες αρχές μάς έχει κάνει δύσκαμπτους. Κολλημένους στο να δούμε ποια είναι η ουσία όλων αυτών που λέμε και συγκεκριμένα στο εργασιακό κομμάτι, όλων αυτών που διεκδικούμε. Μια ουσία που με πολύ ρητό τρόπο λέει ότι εν πολλοίς όλοι κοιτάμε αποκλειστικά την πάρτη μας, το περιορισμένο στα δικά μας τετραγωνικά συμφέρον και δεν δίνουμε δεκάρα όχι για την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά ούτε καν για τον ακριβώς διπλανό μας είτε συγγενής, είτε συνάδελφος, είτε φίλος, είτε απλώς γείτονας.

Με την πρόφαση ότι διεκδικούμε κάποια δικαιώματα, ή ότι παλεύουμε για να διατηρήσουμε κεκτημένα δικαιώματα, εθελοτυφλούμε μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, δίνοντας ουσιαστικά μία ακόμα σπρωξιά προς τον γκρεμό στο ήδη εξασθενημένο Ελληνικό κράτος. Αδιαφορώντας την ίδια ώρα για το καίριο ερώτημα του «πως φτάσαμε ως εδώ;», αφού φυσικά δε μας συμφέρει να παραδεχτούμε ότι εμείς είμαστε αυτοί που συμβάλαμε, που διεκδικήσαμε, που απαιτήσαμε ένα τέτοιο κράτος, εξασθενημένο, σαν κι αυτό που απολαμβάνουμε σήμερα. «Απαιτήσαμε» πολιτικούς που να μας κάνουν τα χατίρια ανεξαρτήτου κόστους, απαιτήσαμε «ευκολίες», απαιτήσαμε να γίνουμε «άρχοντες» ενόσω ήμασταν «χωριάτες», απαιτήσαμε η «πάρτη» μας να μετατραπεί στο μοναδικό εργασιακό δικαίωμα που έχουμε να υπερασπιστούμε, στέλνοντας περίπατο το γεγονός ότι δεν ζούμε ελεύθεροι σε μια ζούγκλα, αλλά αποτελούμε μέλη μιας -υποτίθεται- σύγχρονης κοινωνίας ανθρώπων, πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι το καλό το δικό μας συνδέεται άμεσα με το καλό όλων, δηλαδή με το γενικό καλό της κοινωνίας. 
Βέβαια, το παράδοξο είναι ότι τελικά δεν ξέρω αν είμαστε μια κοινωνία ανθρώπων που ζουν με κανόνες της ζούγκλας των ζώων ή αν είμαστε ζώα που αδίκως πολεμάνε να ζήσουν με κανόνες κοινωνίας ανθρώπων και στο τέλος πάντα αποτυγχάνουν. Ας είμαι αισιόδοξος, πιστεύοντας ότι ισχύει το πρώτο… Το οποίο, τουλάχιστον, είναι αναστρέψιμο…

Τα υπόλοιπα στο Νο2…

By Antonio 

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

ΚΟΚ ή… ψυχανάλυση;




Τελείωσε, δεν πάει άλλο! Η κατάσταση στους Ελληνικούς δρόμους ήταν που ήταν ένα στραβό κλήμα, τώρα τελευταία φαίνεται πως το έφαγε και ο περιβόητος γάιδαρος της εν λόγω παροιμίας… Φυσικά και δεν ανακάλυψα εσχάτως το πρόβλημα της κυκλοφοριακής κίνησης στην καθημερινότητά μου ως Έλληνας οδηγός αλλά ξέρετε πως είναι σε αυτές τις περιπτώσεις… Μία, δύο, τρεις, φτάνει κάποια στιγμή που αυτό το νοητό όριο της υπομονής διαρρηγνύεται και μετά… κάθε είδους, μα κάθε είδους αντίδραση, θεωρώ, κρίνεται απολύτως θεμιτή, εξ’ ολοκλήρου δε δικαιολογημένη… Και δεν είναι απλώς ένδειξη κρίσης όλα αυτά. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι αγανάκτηση. Τέτοια που αν την κρατήσω αποθηκευμένη, ίσως κάποια μέρα εκραγώ και πάθω και τίποτα ο άμοιρος. Ποια είναι όμως η πηγή της αγανάκτησης για την οποία σας πρήζω και ταυτόχρονα ταλαιπωρώ και τον εαυτό μου να κάθεται να τη σκέφτεται και μάλιστα να τη γράφει κιόλας;

Μα εννοείται ο «κλασικός ο μ…ς ο Έλληνας οδηγός» που θα έλεγε με την χαρακτηριστική φωνή και ο Γιώργος Μητσικώστας υπό την αμφίεση του Γιώργου Γεωργίου. Και φτάνω στο σημείο όχι απλώς να χρησιμοποιώ αυτήν την κουβέντα έτσι για να κάνω τον μάγκα και να δείξω τον θυμό μου, αλλά πλήρως πεπεισμένος ότι εκφράζει μέσα σε μερικές συλλαβές όλη την νοοτροπία που κουβαλάει ο κάθε -οι περισσότεροι, έστω- Έλληνας που αρπάζει το τιμόνι στα άπληστα χέρια του και νομίζει ότι έπιασε τον… παπά απ’ τα γένια ή τον ταύρο απ’ τα κέρατα, για να μην πω τίποτα χειρότερο και γίνει το άρθρο μανιφέστο βωμολοχίας αντί για γραπτή κραυγή απόγνωσης σε κόσμια πλαίσια.

Λοιπόν, τι λέγαμε; Α, για τον μ…α τον Έλληνα, ο οποίος καμαρώνει ότι ξέρει και να οδηγεί από τη  μέρα που θα γεννηθεί έως τη μέρα που θα αποδημήσει εις Κύριον. Ναι, βέβαια, γιατί στην Ελλάδα αν δεν φτάσεις μία ανάσα από το να πεις το ποίημα στα… βαθιά γεράματα το τιμόνι του αυτοκινήτου παραμένει βασικό αξεσουάρ των χεριών σου. Κάτι σαν το σκουλαρίκι ένα πράγμα…
Ναι αλλά επειδή τόση ώρα λέω αερολογίες και με τις παρεκβάσεις που κάνω δεν θα τελειώσουμε ποτέ, ας τα πω μια και καλή τα τρία-τέσσερα πραγματάκια που είχα εξ’ αρχής να πω για να τελειώνουμε. Έχει και «Ζωή της Άλλης» σε λίγο και δεν λέει να το χάσουμε. Αρχίζω με καμάρι, «λεπόν»:
  1.        Δεν ήξερα ότι στους δρόμους ο καθένας οδηγεί αναλόγως την ψυχική του διάθεση. Δηλαδή, όταν είσαι φιγουρατζής για παράδειγμα. Φτιάχνεις κάτι καγκούρικο στο αμάξι σου, κοτσάρεις και κάτι ηχεία σαν διαστημικές πατέντες που ακόμα δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι γήινοι, φώτα μπλε, α…α εμπριμέ, μου βάζεις και μαύρα τζάμια κατράμι σαν ψωνάρα και τρέχεις σαν τον κερατά δεξιά αριστερά αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους συνοδηγούς γύρω σου, για τα μηχανάκια ούτε λόγος, καλά οι πεζοί σχεδόν μοιάζουμε με κινούμενο στόχο… Και σε ρωτάω ρε φίλε, επειδή εσύ κάνεις συνεχώς φιγούρα εγώ τι φταίω; 
  2.            Ο άλλος πάλι που βιάζεται να πάει στη δουλειά του, ή που τελοσπάντων έχει μία δουλειά που απαιτεί να βρίσκεται διαρκώς στους δρόμους μπροστά σ’ ένα τιμόνι, κάπου στο μεσημέρι, που αρχίζει και η καλή κίνηση, πιάνει και τρελαίνεται. Τι τρελαίνεσαι κύριε; Άμα δεν μπορείς παράτα το. Δεν λέω, δουλειά είναι, δύσκολο να οδηγάς συνέχεια, αλλά μία ο ένας που σου τη σπάει μπροστά επειδή δεν πήρε πρέφα το πράσινο φανάρι, την άλλη ο δίπλα που σου κολλάει πολύ, μετά ο παρ’ άλλος που πάει σαν κότα ενώ εσύ βιάζεσαι λόγω δουλειάς, είναι λογικό άθελά τους να παίζουν επικίνδυνα με τα νεύρα σου. Ναι, αλλά εσύ, ξέρεις, πρέπει να σκάσεις και να συνεχίσεις να οδηγάς προσεκτικά. Οι βιασύνες σου, τράγε, και οι απότομες κινήσεις για να αποφύγεις όλους αυτούς μετατρέπουν αυτομάτως πολύ κόσμο γύρω σου σε υποψήφια θύματα. Τους ρώτησες αυτούς; Στην τελική κι όλοι εμείς σε κάποιες δουλειές πάμε!
  3.             Καλώς τον κι αυτόν. Τρίτος με συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο την ώρα της οδήγησης. Εσύ πάλι φίλε μου μπορεί να είσαι χαλαρός, η διάθεσή σου να σού υπαγορεύει μια άνετη βόλτα με το αμάξι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι ακούγοντας παράλληλα τη μουικούλα σου, φορώντας τα ακριβά γυαλάκια σου, και πολλές φορές μιλώντας σε κλίμα ευφορίας με κάποιον στο κινητό σου, όμως την ίδια ώρα ΚΑΠΟΙΟΙ ΒΙΑΖΟΜΑΣΤΕ!!! Ρε μ…α, δε φτάνει που πας με 10 χιλ. και μού έχεις γίνει σαν στραβοχυμένο τομάρι προσπαθώντας να κρατήσεις το κινητό ανάμεσα στον ώμο και το αυτί σου, και χασκογελάς κιόλας; Εσύ ρε βλήμα πας για καφέ και την ίδια ώρα άλλοι προσπαθούν να προλάβουν το μάθημα στη σχολή τους, άλλοι (σαν την προηγούμενη περίπτωση) πάνε στη δουλειά τους, άλλοι πάνε κι εγώ δεν ξέρω πού, αλλά πάντως κάπου για σοβαρό σκοπό και -χωρίς πλάκα στο λέω, μη σοκάρεσαι- ΒΙΑΖΟΝΤΑΙ!!! Να πας για καφέ ρε, αλλά αφενός μίλα στο κινητό κάπου παρκαρισμένος ή έστω όχι όταν οδηγείς και αφετέρου, σεβάσου ρε απολίτιστε ότι ο άλλος βιάζεται για κάποιο λόγο και αν μη τι άλλο οδήγα κανονικά ρε. Ξέρεις, «κανονικά» εννοώ στο όριο ταχύτητας που επιβάλει μια νορμάλ κυκλοφορία μέσα στην πόλη. Κι επίσης, «κανονικά» εννοώ να πηγαίνεις ανάμεσα σε εκείνες τις άσπρες γραμμούλες που είναι ζωγραφισμένες κάτω στο δρόμο, κι όχι πάνω τους ρε!!!

Με τα πολλά θέλω να πω: δεν καταλαβαίνω γιατί και από πότε ισχύει ότι στην Ελλάδα οδηγούμε αναλόγως της ψυχικής μας διάθεσης. Αν κάποιος έχει μπερδέψει κάπως τα πράγματα και θεωρεί ότι η οδήγηση είναι για να εκφράζει τα εσώψυχά του, τού έχω μία σημαντική αποκάλυψη να του κάνω: Χα! Κάνει μεγάλο λάθος! Αν θες να εκφράζεσαι, αν νιώθεις πιεσμένος τελευταία, αν ψάχνεις ένα τρόπο να βγάλεις έξω όλο τον εσωτερικό σου κόσμο σου έχω μία καλύτερη ιδέα. Βασικά παράτα το τιμόνι του αυτοκινήτου και δεύτερον ασχολήσου με την τέχνη. Ζωγράφισε, παίξε μουσική, παίξε ποδόσφαιρο, απήγγειλε ποίημα, σύνθεσε ποίημα, γράψε, πάντως οπωσδήποτε μην οδηγείς. Η οδήγηση -πρόσεξέ με- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ. Για την ακρίβεια είναι μια τέχνη από πλευράς της απαραίτητης τεχνικής που οφείλεις να διδαχθείς και να βελτιώνεις με την πείρα που αποκτάς, αλλά σε απόλυτο βαθμό είναι μία κανονιστική τέχνη. ΚΑΝΟΝΕΣ, αν σου λέει κάτι η λέξη Έλληνα οδηγέ, είναι μια σειρά από θεσπισμένες βάσει Νόμου προτάσεις-επιταγές οι οποίες ρυθμίζουν με ρητό τρόπο το ΠΩΣ πρέπει να είναι η κυκλοφορία των αυτοκινήτων, μέρος της οποίας αποτελείς κι εσύ ως οδηγός, προκειμένου και με σκοπό να επικρατεί, πάνω απ’ όλα, η τάξη στους δρόμους και ιδίως η ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Ε, η λογική που διέπει τους νόμους δεν είναι κάτι το τυχαίο. Αλλά στοχεύει εξ ολοκλήρου στην ασφάλειά σου και στην ασφάλεια όλων και αν ΜΙΑ, ΜΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑ, ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ έχεις είναι να τους εφαρμόζεις, σκεπτόμενος, έστω αμυδρά, ότι δεν οδηγείς ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΣ αλλά παρέα με πολύ κοσμάκι κι όπως δεν θες να γίνεις κάποια μέρα το υποψήφιο θύμα, μην γίνεσαι εσύ ο υποψήφιος θύτης. Λίγο τη λογική αν χρησιμοποιήσεις, θα καταλάβεις Έλληνα οδηγέ ότι το αμάξι δεν είναι όπως δείχνουν οι αμερικάνικες ταινίες. Άρα ούτε «γκόμενο/α» σε κάνει, ούτε σε τρανσφόρμερ μετατρέπεται, ούτε σε κάνα άγριο «πιστολίδι» θα μπλέξεις με αυτό στα στενά της πόλης, ούτε τίποτα από όλα αυτά… Απλά και ξεκάθαρα, είναι ένα μέσο για να μετακινείσαι σε σύντομο χρονικό διάστημα απ’ ό, τι με τα πόδια ή το μουλάρι. Και κάτι τόσο πρακτικό, κάτι τόσο δυνατό και τεχνολογικά προηγμένο προϋποθέτει αυξημένη δύναμη. Αυτή προϋποθέτει ευθύνη και η ευθύνη, λογική κι η τελευταία γνώση. Οι διακυμάνσεις της ψυχικής σου διάθεσης μπορούν να μένουν απ’ έξω από την πόρτα του αυτοκινήτου, αλλιώς -και δεν είναι μυθοπλασία αυτό- το αυτοκίνητο γίνεται ωραιότατα κινητό φέρετρο…

ΥΓ1: Σ’ όλα αυτά ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ είναι εδώ η τροχαία για να ελέγχει την εφαρμογή των νόμων, δηλαδή αν πολίτες οδηγούν στο πνεύμα της λογικής της ασφάλειας που διέπει τον ΚΟΚ. Ωστόσο οι τροχονόμοι κρίνουν πιο σημαντικό να σου κόψουν κλήση αν σε κάποιον αιφνιδιαστικό, άσκοπο, έλεγχο καμία Κυριακή μεσημέρι, κι ενώ ήταν κρυμμένοι σε κάνα στενό ή κάτω από καμιά γέφυρα, δεν βρουν μέσα στο αμάξι φαρμακείο ή πυροσβεστήρα. Αμφότερα απαραίτητα, αλλά, ειλικρινά, είναι από τις τελευταίες τρύπες του ζουρνά μπροστά σε άλλες παραβιάσεις του ΚΟΚ που γίνονται καθημερινά. Α, κι επίσης, για να εφαρμοστούν οι νόμοι από τους πολίτες πρέπει αρχικά οι ίδιοι οι εκπρόσωποι/υπάλληλοι  της πολιτείας να δείξουν με το παράδειγμα την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα των νόμων. Πως λοιπόν θα γίνει αυτό αν στο απίστευτο μπάχαλο που επικρατεί καθημερινά στους δρόμους (είτε αφορά το κυκλοφοριακό, είτε τις κάθε είδους παραβάσεις των οδηγών) η απουσία των τροχονόμων είναι ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ, ενώ κάτι Πρωτοχρονιές ή Κυριακές του Πάσχα τη στήνουν σε δέκα μεριές σαν τα αρπακτικά που περιμένουν το θήραμα; Ρε σεις το πρόστιμο έχει αποτρεπτικό, παραδειγματικό και διδακτικό χαρακτήρα, δεν είναι ευκαιρία για αρπαχτή!!!

ΥΓ2: Εσείς πάλι που προσποιήστε τους πολιτικούς, φτιάχτε ρε και κάνα δρόμο!! Στους καρόδρομους που είχαν οι πόλεις από όταν ήταν χωριά ρίξατε δυο στρώσεις τσιμέντο και τι; Κάνατε δρόμο; Αμ δε!! Από το κέντρο στο σπίτι μου, έχει τόσες λακκούβες που νομίζεις ζωντάνεψε ο Ευρυσθέας και βλέποντας στο πρόσωπό σου έναν νέο Ηρακλή, σού ανέθεσε έναν 13ο άθλο για να περνάει η ώρα. Ούτε εξτρίμ σπορ να κάναμε με τόσα στραβά που έχουν οι δρόμοι στην Ελλάδα. Α, και μην πείτε για φράγκα! Τόσα που φάγατε θα είχατε κάνει λεωφόρους σε κάθε στενάκι…

ΥΓ3: Τι οχταπλοπαρκάρεις ρε άνθρωπε χωρίς σοβαρό λόγο, να πούμε; Είσαι εντελώς ηλίθιος…;

By Antonio

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

True -Cinema- Grit… Just Wanted!



Έφτασε η ώρα που, προσωπικά, περίμενα εδώ και μέρες. Η ώρα που είμαι στην ευχάριστη θέση να μιλήσω για την νέα δημιουργία των αδερφών Κοέν, η ώρα για την δυναμική εμφάνιση του «True Grit»…
Τα ιδιοφυή αδέλφια αποδομούν όπως εκείνα και μόνο εκείνα ξέρουν μια πρωτότυπη ιστορία αυτοδικίας -τοποθετημένη στα 1870 στις ΗΠΑ, αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο-, με στόχο να φωτίσουν την ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριας, Μάτι Ρος, μιας δεκατετράχρονης που στην προσπάθειά της να εκδικηθεί για το φόνο του πατέρα της κι απογοητευμένη από τις ενέργειες της επίσημης Δικαιοσύνης, αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα δικά της χέρια. Φτάνει, λοιπόν, στο Αρκάνσας με σκοπό να προσλάβει κάποιον πληρωμένο κυνηγό επικηρυγμένων προκειμένου να αναλάβει να βρει και να σκοτώσει τον Τομ Τσέινι, τον άνδρα που δολοφόνησε τον πατέρα της. Έτσι θα οδηγηθεί στον «μπαρουτοκαπνισμένο» σε τέτοιες υποθέσεις, πλην όμως εθισμένο στο αλκοόλ, μονόφθαλμο ομοσπονδιακό αστυνομικό Ρούστερ Κόγκμπερν, ο οποίος, παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, δέχεται τελικά να τη βοηθήσει και να τον καταδιώξει. Την ίδια στιγμή όμως, ένας ακόμα αστυνομικός, ο Λε Μπιφ, βρίσκεται εδώ και χρόνια στο κυνήγι του Τομ Τσέινι, ώστε να τον οδηγήσει στη Δικαιοσύνη και να πάρει την αμοιβή της επικήρυξής του… Οι δρόμοι των τριών διασταυρώνονται αναπόφευκτα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους αναζητούν τον περιβόητο κακοποιό και δολοφόνο Τομ Τσέινι δίχως να ξέρει κανείς τους πού θα τους βγάλει αυτή η περιπέτεια, μια περιπέτεια που ωστόσο είναι σίγουρο ότι θα τους αναγκάσει να γνωρίσουν βαθύτερες πτυχές του εαυτού τους που ως τότε αγνοούσαν…

Για άλλη μια φορά οι Κοέν δίνουν τα ρέστα τους με μια σούπερ ατμοσφαιρική ταινία μέσα από χαρακτήρες που αποπνέουν συναίσθημα, ανθρώπους που παλεύουν να νικήσουν τους δαίμονές τους, ή μάλλον να τους δαμάσουν αφού οι δαίμονές μας είναι τελικά, από μια άλλη άποψη, η προσπάθεια του εαυτού μας να δραπετεύσει από την ασφυκτική καταπίεση που θέλουμε να του ασκούμε, επειδή απλώς φοβόμαστε να τον γνωρίσουμε καλύτερα. Για να τα καταφέρουμε χρειάζεται μόνο ένα πράγμα: αληθινό θράσος. Από αυτό που έχει ο Ρούστερ Κόγκμπερν σε κάθε μάχη που συμμετείχε στη ζωή του, από αυτό που έχει ο Λε Μπιφ σε όλη τη διαδρομή του κατά την καταδίωξη του Τομ Τσέινι, αυτό που χρειάστηκε η μικρή Μάτι Ρος για να ακολουθήσει με κίνδυνο της ζωής της δύο αστυνομικούς σε ανεξήγητα κι αφιλόξενα μέρη προκειμένου να αποδώσει τη δικαιοσύνη για τον άδικο χαμό του πατέρα της…

More Info:

*Για την ακρίβεια το «True Grit» πρωτοεμφανίστηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το μακρινό 1969 (σε σκηνοθεσία Χένρι Χάθαγουεϊ), με τον πλέον κλασικό Αμερικάνο ηθοποιό στα γουέστερν Τζον Γουέιν να αποσπά το Όσκαρ για την ερμηνεία του. Σαράντα δύο χρόνια μετά οι βραβευμένοι με Όσκαρ αδελφοί Κοέν επιλέγουν ως πρωταγωνιστή της δικής τους «ανάγνωσης» της μυθικής περιπέτειας γουέστερν που βασίζεται στο κλασικό, ομώνυμο μυθιστόρημα του Τσαρλς Πόρτις, τον αγαπημένο κύριο Λεμπόφσκι, τον εξαιρετικό, επίσης βραβευμένο με Όσκαρ, Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του πάντα «ετοιμοπόλεμου», ιδιόρρυθμου, αλλά αποτελεσματικού ομοσπονδιακού αστυνομικού Ρούστερ Κόγκμπερν.

**Το μυθιστόρημα «True Grit» είναι το δεύτερο (από τα πέντε συνολικά) του Τσαρλς Πόρτις μετά το «Norwood» και θεωρείται το αριστούργημα του συγγραφέα, τον οποίο μάλιστα συγκρίνουν γι’ αυτό το βιβλίο με τον Μαρκ Τουέιν όσον αφορά στο καυστικό χιούμορ, την ανεξάρτητη ηρωίδα και τα αμιγώς αμερικανικά θέματα που πραγματεύεται. Το μυθιστόρημα έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα ανά τον κόσμο.

Το μυθιστόρημα του Τσαρλς Πόρτις "Αληθινό Θράσος"

***Η μεγάλη αποκάλυψη της ταινίας όμως είναι η νεαρή Χέιλι Στάινφελντ (Μάτι Ρος), η οποία πήρε το ρόλο στο πάρα πέντε κι αφού είχαν γίνει πολλές ακροάσεις σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ. Εκείνο που κέρδισε τόσο τους παραγωγούς όσο και τους σκηνοθέτες είναι η έντονη προσωπικότητα της μικρής και η τόλμη της, αλλά κυρίως ο συνδυασμός του εύθραυστου της ηλικίας και του παρουσιαστικού της με ένα υποβόσκοντα θράσος. Και η μικρή πρωταγωνίστρια τους έβγαλε ασπροπρόσωπους και με το παραπάνω, τόσο με την υποκριτική της όσο και με την αφοσίωσή της στην όλη διαδικασία προετοιμασίας. 

O Τζεφ Μπρίτζες με την Χέιλι Στάινφελντ

****Το πρωταγωνιστικό καστ συμπληρώνουν ο Ματ Ντέιμον (Λε Μπιφ), που ήθελε από καιρό να συνεργαστεί με τους αδελφούς Κοέν και ενθουσιάστηκε με το ρόλο, ο Τζος Μπρόλιν (Τομ Τσέινι), παλιός συνεργάτης των Κοέν και ο Μπάρι Πέπερ (Λάκι Νεντ Πέπερ).

***** Η ταινία είναι υποψήφια σε δέκα κατηγορίες για τον φετινό διαγωνισμό των βραβείων Όσκαρ (μεταξύ αυτών: «ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ», «ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ-ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΟΕΝ», «Α’ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ-ΤΖΕΦ ΜΠΡΙΤΖΕΣ», «Β’ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ-ΧΕΪΛΙ ΣΤΑΪΝΦΕΛΝΤ», «ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ»).

ΠΡΕΜΙΕΡΑ!!!!!





By Antonio

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Blue -and True- Valentine...


Το «Blue Valentine» είναι η ιστορία της αγάπης που βρίσκουμε και της αγάπης που χάνουμε, μια ιστορία που εξελίσσεται μέσα από την αφήγηση με στιγμές στο παρελθόν και το παρόν. Πλημμυρισμένοι με ρομαντικές αναμνήσεις του έρωτα τους, ο Ντιν και η Σίντυ χρησιμοποιούν ένα βράδυ προσπαθώντας να σώσουν το γάμο τους που πεθαίνει. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ και η Μισέλ Ουίλιαμς πρωταγωνιστούν σε αυτό το ειλικρινές πορτραίτο μιας σχέσης που φτάνει στο τέλος της. Μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για ένα ιδανικό Love story…

O Ράιαν Γκόσλινγκ, έπειτα από το επικό «The Notebook» το 2004, δείχνει να έχει βρει τον τρόπο να κερδίζει το κοινό μέσα από τέτοιου είδους περιπέτειες. Ερωτικές περιπέτειες που μιλούν για αγάπη ανολοκλήρωτη, αγάπη που κινδυνεύει, αγάπη που τρεμοπαίζει, μα πάνω απ’ όλα αγάπη ισχυρή που κάνει τα πάντα να κινούνται στο δικός της ρυθμό. Στο πλευρό του η αισθησιακή Μισέλ Ουίλιαμς («Deception», «Im not there»). 



Στους κινηματογράφους!!!
By Antonio

Η εποχή του κυνηγιού… άνοιξε!


Μαγεία, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις κι άλλα πολλά χαρακτήριζαν την εποχή του σκοταδισμού, την εποχή του πρώιμου μεσαίωνα, κάπου ανάμεσα στον 13ο και τον 14ο αιώνα. Η άγνοια και η υπερβολική φτώχεια αναδείκνυαν την πλήρη έλλειψη κοινωνικής συνοχής, την ώρα που ο ρόλος της θρησκείας άρχισε να μοιάζει με αυτόν του «μπαμπούλα» για τα μικρά παιδιά. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ποια είναι τελικά η «μαγεία» που ευθύνεται για τα δεινά που βρήκαν τους ανθρώπους της εποχής και ποια η πραγματική αιτία για την εξαθλίωση του λαού, την σκόπιμη πνευματική του υποδούλωση, την απαξίωση της ουσίας του Θεού από τους ίδιους τους φορείς που δήλωναν και δηλώνουν προστάτες όλων των παραπάνω;

Αυτό -προσπαθεί τουλάχιστον- να διερευνήσει ο Νίκολας Κέιτζ, όντας ο ιππότης Μπέμεν, στην ταινία «Κυνήγι Μαγισσών». Αποστολή του:  να μεταφέρει με ασφάλεια ένα νεαρό κορίτσι (Κλερ Φόι) που όλοι υποπτεύονται ότι είναι η μάγισσα που ευθύνεται για το ξέσπασμα της Μαύρης Πανούκλας. Θα καταφέρει να επιτύχει στο έργο του, ή σ’ όλο το ταξίδι που πρόκειται να εμπλακεί είναι πιθανόν να ανακαλύψει αλήθειες που έως τώρα βρίσκονταν στο σκοτάδι;

*Η σκηνοθεσία ανήκει στον Ντόμινικ Σένα («Gone in 60 Seconds», «Whiteout», «Swordfish») ο οποίος συνεργάζεται για δεύτερη φορά τον Νίκολας Κέιτζ μετά το «Gone in 60 Seconds». Συμπρωταγωνιστεί 
ο Ρον Πέρλμαν.

**Οι παραγωγοί Τσάρλς Ρόβεν και Άλεξ Γκάρτνερ είναι υπεύθυνοι για αρκετές κινηματογραφικές ταινίες, όπως τα «The International», «The Dark Knight», «Get Smart», «Idlewild», αλλά το σενάριο από Το Κυνήγι των Μαγισσών τους εξέπληξε ευχάριστα. Το σενάριο έφτασε στα χέρια τους με το buzz που συνοδεύει η νίκη σε έναν από τους πιο αναγνωρισμένους διαγωνισμούς σεναρίου ανά τον κόσμο, το Nicholl Fellowship, που απονέμει η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών. Αναζητώντας πάντα ασυνήθιστες ιστορίες με ξεχωριστή αφήγηση, οι παραγωγοί ενθουσιάστηκαν από την βασική ιδέα της ταινίας, όπου το «Κακό» απελευθερώνεται σε αυτή την μεταφυσική περιπέτεια, η οποία διαδραματίζεται με φόντο τον 14ο αιώνα…

Οι προβολές ξεκίνησαν!!!



By Antonio

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

127 Ηours… -with James Franco-


Είναι μία από τις ταινίες που δεν χρειάστηκε και πολλά για να καταφέρει να πει όσα ήθελε. Ούτε σκηνικά, ούτε εφέ, ούτε κανένα μεγάλο -ποσοτικά- καστ, ούτε τυμπανοκρουσίες, ούτε τίποτα… περιττό. Για την ακρίβεια έχει όλα όσα χρειάζεται μία ταινία: νόημα και κάποιον ή κάποιους ικανούς να το αποδώσουν σε κάθε ένα θεατή, στην κάθε υποκειμενικότητα που θα συνδιαλλαγεί μαζί τους ερχόμενη σε επαφή μέσω της ταινίας.

Τα πολλά λόγια… είναι φτώχια για ένα έργο που εξαργυρώνει απόλυτα την ουσία της «καλής ταινίας». Το απολύτως φυσικό περιβάλλον και στη μέση η ανθρώπινη ματαιοδοξία, η ίδια η ανθρώπινη προσωπικότητα αντιμέτωπη με τους ειλικρινείς φόβους της. Με όλα αυτά που σνομπάρει επιδεικτικά επειδή απλά και μόνο φοβάται να έρθει σε σύγκρουση μαζί τους. Ξεχνώντας ότι το μέλλον μας, το πεπρωμένο μας το διαμορφώνουμε αποκλειστικά εμείς όχι μόνο με αυτά που κάνουμε... αλλά και με αυτά που διστάζουμε να κάνουμε.

Ώσπου όλα όσα μας περιβάλλουν, όλη η ενέργεια που μεταχειριζόμαστε να μεταμορφωθεί σε μία οδυνηρή παγίδα, που για τον καθένα από εμάς είναι ικανή να παίρνει και εξίσου διαφορετικές μορφές έκφρασης. Το θέμα όμως που προκύπτει τότε είναι ένα: η παγίδα, της οποίας είμαστε θύματα αλλά και δημιουργοί, είναι απλώς ένα σημάδι εκδίκησης, ή μία στροφή που αν την πάρουμε ανοιγόμαστε σε ένα άλλο, πιο ευρύχωρο και πιο αισιόδοξο μονοπάτι του εαυτού μας;

Ένα τέτοιο δίλημμα αντιμετώπισε και ο Άρον Ράλστον (Τζέιμς Φράνκο) στην ταινία «127 ώρες». Μία εσωτερική και ταυτόχρονα εξωτερική διαμάχη με τον ίδιο του τον εαυτό, μία ευκαιρία ψυχανάλυσης, την οποία συνάντησε κυριολεκτικά στην προσπάθειά του, τουλάχιστον όπως νόμιζε αυτός, να την αποφύγει. Οι 127 ώρες που έζησε παγιδευμένος σε ένα φαράγγι στη μέση του πουθενά, επαναφέρουν στο μυαλό του στιγμές… Στιγμές με φίλους, με την αγαπημένη του, την οικογένειά του, τις δύο πεζοπόρους που γνώρισε πριν το ατύχημά του, μα πάνω απ’ όλα τον κάνουν να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι… 

Όρθιος, μόνος, παγιδευμένος, ανήμπορος να δραπετεύσει, εκλιπαρεί γι’ αυτό που τόσο επίμονα αρνιόταν να λάβει σε όλη του τη μέχρι τότε ζωή: λίγη βοήθεια. Αυτά ως εδώ… Κι άλλωστε θα ήταν μεγάλο κρίμα να «ντύσω» με περισσότερα λόγια μια ταινία που επιλέγει να απογυμνωθεί από τα καθιερωμένα για να μας πείσει ότι μόνος, λιτός, γυμνός ολότελα μπορείς να ταξιδέψεις μέσα σου για να βρεις τι είναι αυτό που στ’ αλήθεια γουστάρεις…

*Η σκηνοθεσία ανήκει στον βραβευμένο με Όσκαρ Ντάνι Μπόιλ ("Slumdog Millionaire"), ο οποίος  επιστρέφει με το "127 Hours", μια συγκλονιστική αληθινή ιστορία και συνεργάζεται με τους Τζέιμς Φράνκο ("Milk, «Spiderman 1,2,3") και Κέιτ Μάρα ("Iron Man 2").

**Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Άρον Ράλστον, ο οποίος μια νύχτα Παρασκευής τον Απρίλιο του 2003, ενώ οδηγούσε με προορισμό την Γιούτα για να περάσει το Σαββατοκύριακό του κάνοντας πεζοπορία στο εκπληκτικής ομορφιάς απομακρυσμένο Εθνικό Πάρκο Canyonlands, δεν φανταζόταν καν ότι έξι μέρες αργότερα θα ζούσε για να διηγηθεί την πιο συγκλονιστική ιστορία του αγώνα του για επιβίωση. Μια αξέχαστη ιστορία ανθρώπινης αντοχής
.
***Αξίζει να τονιστεί ότι η ταινία είναι υποψήφια για 3 χρυσές σφαίρες:

-καλύτερου ηθοποιού σε δράμα (Τζέιμς Φράνκο)
-καλύτερου σεναρίου (Ντάνι Μπόιλ- Σάιμον Μπιουφόι)
αλύτερης μουσικής (Α.Ρ. Ράχμαν)



ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΣΗΜΕΡΑ!!!


By Antonio


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Όταν ο Ίστγουντ παραδίδει μαθήματα...


Πραγματικά τι μπορείς να πεις γι’ αυτό το νέο αριστούργημα του Κλιντ Ίστγουντ; Τι μπορείς να πεις γι’ αυτόν τον «αιώνιο» έφηβο της μεγάλης οθόνης που έβαλε πλώρη για να μας κατακτήσει και ως σκηνοθέτης και πράγματι το καταφέρνει με χαρακτηριστική άνεση…   


Αυτή τη φορά τα λόγια είναι περιττά, αφού αφ’ ενός η σύλληψη είναι ευφυέστατη, αφ’ ετέρου η μαεστρία με την οποία ξετυλίγεται η πλοκή μοιάζει να ακολουθεί έναν… σχεδόν θεόσταλτο ρυθμό. Ένας εκπληκτικά δοσμένος συνδυασμός από τον Κλιντ Ίστγουντ που σε παρασέρνει σ’ ένα ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπουμε κι αυτό που φανταζόμαστε πως θα είναι, σ’ αυτό που ζούμε και σ’ αυτό που φοβόμαστε να γνωρίσουμε… Πραγματικά είναι πολλά τα ερωτήματα που συνδέουν τον άνθρωπο με τη βαθύτερη, την άγνωστη πτυχή, της ανθρώπινης φύσης του. Και οι απαντήσεις είναι πολύ καλά κρυμμένες. Ή μάλλον έτσι νομίζουμε, μέχρι να καταλάβουμε ότι δεν ψάχναμε στο σωστό μέρος…

Εδώ, η ιστορία είναι απλή. Τρεις διαφορετικές ζωές, τρεις άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους θα συναντηθούν στην προσπάθειά τους να λύσουν το μεγάλο μυστήριο που έφερε μπροστά τους η ίδια η μοίρα. Ο αμερικάνος Τζορτζ  (Ματ Ντέιμον) έχει ένα σπάνιο χάρισμα με τη μεταθανάτια ζωή. H Μαρί (Σελίλ Ντε Φρανς), δημοσιογράφος στη Γαλλία, θα βιώσει μία συγκλονιστική εμπειρία, όταν ένα τραγικό γεγονός θα τη φέρει αντιμέτωπη με τον ίδιο το θάνατο, κάτι που μεταβάλλει μια για πάντα τις ισορροπίες στην πραγματικότητά της. Ο Λονδρέζος μαθητής Μάρκους (Φράνκι Μακλάρεν / Τζορτζ Μακλάρεν) χάνει το πιο κοντινό του πρόσωπο και αναζητά απεγνωσμένα απαντήσεις.

Και οι τρεις τους θα συνδεθούν μοιραία, για να γίνουν συνοδοιπόροι σε μία περιπέτεια που θα αλλάξει για πάντα της ζωές τους. Σ’ έναν αγώνα στον οποίο δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος, δεν έχουν ιδέα αν υπάρχουν κανόνες, δεν γνωρίζουν αν θα φτάσουν ποτέ στη γραμμή του τερματισμού. Σ’ αυτό τον αγώνα οι λέξεις δεν έχουν πια την ίδια σημασία. Κατάρα κι ευλογία, δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι δρόμοι διασταυρώνονται στο κοινό μονοπάτι που οδηγεί στη μία και μοναδική αλήθεια. Είναι όμως μία; Υπάρχει άραγε μία αλήθεια ικανή να δώσει τις απαντήσεις που χρειάζονται και οι τρεις τους; Και τελικά, είναι αυτή η αλήθεια ο αυτοσκοπός τους ή είναι κάτι περισσότερο αυτό που θέλουν να ανακαλύψουν για τον εαυτό τους; Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουν τίποτα άλλο να χάσουν. Εξάλλου, εκείνο που μετράει όταν χάνεις κάθε σημείο αναφοράς σου σ’ αυτή τη ζωή, είναι η θέλησή σου να αποκτήσεις καινούρια...  

Ο Κλιντ Ίστγουντ δοκιμάζει για άλλη μια φορά να αγγίξει τις καρδιές μας. Αυτή τη φορά η ρεαλιστική πραγματικότητα δεν γίνεται η αφορμή για εμβάθυνση στα κοινωνικά προβλήματα από μία υπεύθυνη, πιο «ανθρώπινη» οπτική γωνία, ούτε χρησιμοποιείται ως καθρέφτης για να αναδειχθούν υψηλές κοινωνικές αξίες που τόσο λείπουν (ή εμείς δεν είμαστε σε θέση να τις δούμε) από την καθημερινότητά μας. Σ’ αυτήν την περίπτωση το τόλμημα του πάλαι ποτέ «Dirty Harry» είναι ακόμα πιο γενναίο. Το μεταφυσικό στοιχείο δεν υπερυψώνεται σαν κάτι μαγικό και ξεκομμένο από την έννοια «άνθρωπος», αλλά αναδεικνύεται μέσα από αυτήν, γίνεται ένα μαζί της, και δίνει την ευκαιρία σε όλους εμάς να καταλάβουμε πολλά για το ποιες είναι αληθινά οι δυνατότητές μας… Αυτές που είναι κρυμμένες, ή μάλλον καλύτερα, αυτές που εμείς δεν ψάχνουμε σωστά προκειμένου να τις βρούμε…

Ματ Ντέιμον (πλάνο από την ταινία)

Η ατμόσφαιρα περισσεύει σε μία ίσως από τις κορυφαίες δημιουργίες των τελευταίων ετών. Μία δημιουργία που δεν χρησιμοποιεί τη συγκίνηση ως μέσο για να προσελκύσει κόσμο, ούτε αποβλέπει σ’ αυτήν για να σε κάνει να φύγεις δήθεν πιο συναισθηματικός από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Αλλά σε κάνει να γνωρίσεις στ’ αλήθεια ποιος είναι ο λόγος που, ως άνθρωπος δεν θα μπορέσεις ποτέ να μείνεις ασυγκίνητος. Με τον Κλιντ Ίστγουντ να βάζει την υπογραφή του στη σκηνοθεσία, την παραγωγή και τη μουσική σύνθεση των σάουντρακ, νομίζω πως ό, τι άλλο και να πω ή θα είναι λίγο, ή απλώς δεν θα είναι αρκετό για να περιγράψει με πιστό τρόπο την έκταση της ποιότητας του Hereafter



On Cinemas!



by Antonio

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

It's the Fighter's time!


Ο χώρος του μποξ αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις καλύτερες πηγές έμπνευσης για τη μεγάλη οθόνη. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που το άθλημα που πρεσβεύει ίσως καλύτερα από κάθε άλλο τη μονομαχία και τον απολύτως προσωπικό αγώνα, χρησιμοποιήθηκε από την κινηματογραφική κάμερα για να μεταδώσει αξίες τις οποίες ίσως ακόμα και η πιο απίθανη περιπέτεια να μην μπορεί να περιγράψει τόσο καλά. Φέτος λοιπόν, τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει το "The Fighter"...

Έτσι, από τα κλασικά για το ανδρικό κοινό, «Rocky» με τον Σιλβέστερ Σταλόνε στην πιο δυνατή ερμηνεία της καριέρας του να ενσαρκώνει τον αγώνα ενός ταλαντούχου πυγμάχου που από την αρχή ως το ένδοξο φινάλε της καριέρας του δεν άφησε ποτέ την επιτυχία να δαμάσει το πάθος του για το άθλημα, φτάσαμε στο πολυβραβευμένο Million Dollar Baby, όπου ο Κλιντ Ίστγουντ μαζί με τη Χίλαρι Σουάνκ απέδειξαν σε όλους μας πως είναι να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις τα πάντα προκειμένου να πετύχεις το όνειρό σου.

Φέτος, το μποξ τιμάται με κάθε επισημότητα για μία ακόμα φορά. Σε αυτήν την περίπτωση βέβαια, το άθλημα δεν αποτελεί απλώς την πηγή έμπνευσης αλλά παραδίδει εξ ολοκλήρου μία αληθινή ιστορία, που αναδεικνύει αυθεντικά την ανθρώπινη διάσταση του αθλήματος μέσα από τη δραματική περιπέτεια δύο ανδρών, του Μίκι «Άιρις» Γουόρντ και του Ντίκι Έκλουντ. Τα δύο αδέρφια που γεννήθηκαν ποτισμένοι με το «μικρόβιο» της πυγμαχίας, έρχονται αντιμέτωποι με την ίδια τους τη ζωή, καλούμενοι να ξεπεράσουν μία πρόκληση ακόμα μεγαλύτερη από αυτές που είχαν αντιμετωπίσει ως τώρα εντός ρινγκ: την πρόκληση που λέγεται «ζωή». Μοναδική τους διέξοδος το γεγονός ότι έχουν ο ένας τον άλλο. Μία σχέση που τους φέρνει αντιμέτωπους, αλλά και μία σχέση που οφείλουν να διατηρήσουν αναλλοίωτη αν πραγματικά δεν θέλουν να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα για να βγουν νικητές από αυτό το σκληρό ταξίδι στο οποίο είναι συνεπιβάτες...

Υπόθεση:

Το ταξίδι της «ζωής» για τους αδερφούς Ντίκι (Κρίστιαν Μπέιλ) και Μίκι (Μαρκ Γουόλμπεργκ) ήταν το ίδιο το μποξ. Ο Ντίκι, πρώην πετυχημένος μποξέρ και αδιαμφισβήτητος «ήρωας» στην πόλη του, απολαμβάνει τον άτυπο αυτόν  «τίτλο» ζώντας κάθε λεπτό της ζωής του πάνω σ’ όλον αυτόν τον μύθο έχει πλάσει. Ένας «μύθος» που όμως χρησιμοποιείται από τον ίδιο περισσότερο για να ξεφύγει από τους δαίμονές του: μπλεγμένος εδώ και χρόνια με τα ναρκωτικά και το κρακ, την παρανομία  και στιγματισμένος από βίαιες συμπλοκές στις οποίες πρωταγωνίστησε, «κλώτσησε» ο ίδιος μια λαμπρή καριέρα που ανοίγονταν μπροστά του. Μοναδική του αληθινή πηγή ζωής; Να προπονεί τον ετεροθαλή αδερφό του Μίκι, ο οποίος ως ένα νέο όνομα στον χώρο του αθλήματος προσπαθεί να εδραιωθεί στο ανταγωνιστικό σκηνικό του μποξ, μα πάνω απ’ όλα προσπαθεί να «κερδίσει» μια φυσιολογική ζωή μαζί μακριά από κάθε είδους φώτα και επευφημίες, στο πλευρό της Σαρλίν (Έιμι Άνταμς), έχοντας ήδη στο παρελθόν του ένα διαζύγιο και μία μικρή κόρη. Καθοριστικό ρόλο στη σχέση των δύο αδερφών διαδραματίζει η μητέρα τους Άλις (Μελίσα Λίο), η οποία «μεθυσμένη» με τη φήμη και το όνομα του Ντίκι, έχει αναλάβει το «μανατζάρισμα» των αγώνων του Μίκι, χωρίς όμως να λογαριάζει τα πραγματικά «θέλω» του γιου της.

Το πεπρωμένο και των τεσσάρων ενώνεται κι ο καθένας με τις αποφάσεις που θα πάρει είναι υπεύθυνος γι’ αυτό που θα προκαλέσει: Μπορεί η Άλις να καταλάβει ποιες υποχωρήσεις πρέπει να κάνει για την ευτυχία των παιδιών της; Είναι ικανός ο Ντίκι να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά και να κάνει ένα βήμα μπροστά; Είναι τόσο ισχυρή η αγάπη της Σαρλίν για τον Μίκι, έτσι ώστε να τον βοηθήσει να βρει τον πραγματικό εαυτό του; Και τέλος, είναι ο Μίκι αυτός που θα ενώσει την οικογένειά του και θα τη λυτρώσει από αυτό που την διατηρεί και ταυτόχρονα τη σκοτώνει, δηλαδή το μποξ;

Η αληθινή ιστορία λέει:  

O Κρίστιαν Μπείλ ως Ντίκι Έκλουντ
Ο Μίκι «Άιρις» Γουόρντ άρχισε να αγωνίζεται ως επαγγελματίας πυγμάχος το 1985 και μέσα σε μία δεκαετία περίπου έδωσε 51 αγώνες, νίκησε τους 38 (27 νοκ άουτς) κι έχασε μόλις τους 13. Από όλους αυτούς τους αγώνες όμως, περισσότερο μνημονεύονται οι τρεις με αντίπαλο τον Αρτούρο Γκότι. Οι δύο εκ των οποίων καταγράφηκαν ως οι σημαντικότεροι αγώνες στην ιστορία του αθλήματος (στην κατηγορία ελαφριών βαρών). Λίγα χρόνια πριν, ο ετεροθαλής αδερφός του, Ντίκι Έκλουντ, αποτελούσε έναν από τους πιο ταλαντούχους πυγμάχους, έχοντας μάλιστα στην καριέρα του ως αξιοσημείωτη στιγμή το νοκ-αουτ στον Σούγκαρ Ρέι Λέοναρντ…


Αξίζει να σημειωθεί ότι:

Η ταινία "The Fighter" του Ντέιβιντ Ο’ Ράσελ (Three Kings, 1999) αναμένεται να είναι ανάμεσα στους βασικούς διεκδικητές των φετινών Όσκαρ , ειδικά στις ερμηνευτικές κατηγορίες, με τους δύο πρωταγωνιστές να υφίστανται επίπονες σωματικές αλλαγές για τις ανάγκες των ρόλων τους.


Η συνέχεια στα ρινγκ!!! Η προβολές ξεκίνησαν!!!



By Antonio