Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

The Next Three Days... coming up next!


Ο Ράσελ Κρόου έχει πάρει φόρα και κυριολεκτικά τίποτα δεν μοιάζει ικανό να τον σταματήσει. Πριν καν προλάβουμε να τον χορτάσουμε ως κινηματογραφικό Ρομπέν των Δασών αφήνει κάτω τα τόξα, τις πανοπλίες, αλλά και το μακρινό Νόττινχαμ για να φορέσει τα παπούτσια του Τζον Μπρέναν, ενός ανθρώπου που βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη και πιο αναπάντεχη πρόκληση της ζωής του, την οποία αναμένεται να ζήσει... "The Next Three Days"!

Αρχή όλων η άδικη κατηγορία και εν συνεχεία καταδίκη της γυναίκας του, Λόρα (Ελίζαμπεθ Μπανκς), για φόνο, που εκείνη δεν έχει διαπράξει. Ο Τζον αρνούμενος να δεχτεί αυτήν την απόφαση και απόλυτα πεπεισμένος για την αθωότητα της συζύγου, είναι αποφασισμένος να κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να οργανώσει με κάθε κόστος την απόδρασή της. Στην προσπάθεια αυτή η γνωριμία του με τον Ντέμον (Λίαμ Νίσον) αποδεικνύεται καθοριστικής σημασίας για την οργάνωση του τελικού σχεδίου, το οποίο δίνει στον Τζον ως υψηλότερο χρονικό περιθώριο δράσης μόνο… εβδομήντα δύο ώρες, ή αλλιώς… μονάχα τρεις μέρες.

Μία περιπέτεια, που αφηγείται την απρόσμενη ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου έτσι όπως ποτέ δεν θα μπορούσε ούτε ο ίδιος να φανταστεί. Μία γερή δοκιμασία για τις αντοχές του καθενός, το απόλυτο κρας τεστ για τα όρια αγάπης ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι, που μέσα σε μερικές στιγμές βλέπει όλη του τη ζωή να γκρεμοτσακίζεται με πολύ μεγάλη ευκολία, αδυνατώντας το ίδιο να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Ή μάλλον, έτσι νομίζουν οι περισσότεροι. Ο ίδιος ο Τζον Μπρέναν έχει άλλη άποψη και δεν είναι διατεθειμένος να θυσιάσει την ευτυχία της ζωής του για κανένα αντάλλαγμα. Εμείς πάντως είμαστε μαζί του…   

Η ταινία αποτελεί remake της γαλλικής «Pour Elle» («Anything For Her») του Φρεντ Καβαγιέ και σηματοδοτεί την δυναμική επιστροφή του Πολ Χάγκις, τρία χρόνια μετά το «In The Valley of Ella» και έξι χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Crash» (Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Μοντάζ και Πρωτότυπου Σεναρίου).



Από 9 Δεκεμβρίου σε όλους τους πολυκινηματογράφους!


By Antonio

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Το «Νησί» της… υστερίας!

Τον τελευταίο καιρό, και για την ακρίβεια από την έναρξη της φετινής τηλεοπτικής σεζόν ένας τρελός πανζουρλισμός έχει κυριέψει τους πάντες και τα πάντα σχετικά με τη νέα σειρά του Mega, το «Νησί».
Φυσικά και η εν λόγω σειρά αποτελεί κάτι το διαφορετικό από όσα είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε όλα αυτά τα χρόνια από την ιδιωτική τηλεόραση, αφού -κακά τα ψέματα- πέραν κάποιων πετυχημένων κωμωδιών, καμία άλλη δραματική κοινωνική σειρά δεν κατάφερε να συγκινήσει και να προκαλέσει τόσα έντονα συναισθήματα στο τηλεοπτικό κοινό.

Ωστόσο, ως γνωστόν στη χώρα της υπερβολής όλα μοιάζουν να έχουν αρχίσει να κινούνται πλέον από την άλλη πλευρά. Ομολογουμένως το «Νησί» είναι ένα καλογυρισμένο έργο, με δυνατές ερμηνείες καταξιωμένων ηθοποιών, φυσικά σκηνοθετημένο με ελκυστικό τρόπο, πλάνα και φωτογραφίες που και μόνο επειδή αφορούν μια περασμένη και πολύπαθη περίοδο της Ελληνικής κοινωνίας, είναι λογικό να βρίσκουν ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό. Μάλιστα, καθώς η χρονολογία από την οποία εξελίσσεται η πλοκή της σειράς δεν είναι δα και τόσο μακρινή, αυτό αποτελεί έναν επιπλέον λόγο που πολλοί εκ των τηλεθεατών ενδεχομένως να ταυτίζονται μαζί του λόγω μιας σχετικά πρόσφατης αντίστοιχης προσωπικής ιστορίας.

Αλλά είπαμε, η Ελλάδα είναι η χώρα που η υπερβολή δοξάστηκε και δοξάζεται ως θρησκεία. Έτσι, ήταν αδύνατο το «Νησί» να εμφανιστεί στα τηλεοπτικά δρώμενα απλά και μόνο ως μία επιτυχημένη σειρά. Αντιθέτως, κάθε μεσημεριανή εκπομπή, κάθε σχόλιο τηλεοπτικού ή προερχόμενου από τον ευρύτερο καλλιτεχνικό χώρο προσώπου, κάθε δήλωση οποιουδήποτε τελοσπάντων που ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με το χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση, περιλαμβάνει μία ιδιαίτερη μνεία, έναν έπαινο, για να μην πω μία δοξασία στο όνομα της σειράς. Με σχεδόν τυφλή υπακοή σε κάποιο καταστατικό, άσχετοι και σχετικοί, προβάλουν ως μία υποχρέωσή τους να αναφέρουν τη σπανιότητά του, τη μοναδικότητά του, τα τόσα βαθύτερα μηνύματα που περνάει. Όλοι ανεξαιρέτως, με δισταγμό μάλιστα να προφέρουν, έστω και ψιθυριστά, την παραμικρή αντιθετική πρόταση. Αυτό άλλωστε θα αποτελούσε ιεροσυλία.

Όντως, η πιστή προσήλωση όλων στη συγκεκριμένη υπόθεση πέρα από λογική, αφού πράγματι η σειρά είναι αρκετά ποιοτική, καταντά γραφική. Τέτοια δογματική προσήλωση, τέτοιος πωρωμένος φανατισμός, αλλά και τόση τάση να εξιδανικεύσουν την γενικότερη απουσία τους από την ουσιαστική προσφορά τους ως ΜΜΕ στην κοινωνική ζωή, δημιουργούν ένα κλίμα λατρευτικής προσκύνησης σε κάτι που εν τέλει είναι απλώς μία φιλότιμη προσπάθεια. Με τα καλά της και φυσικά με τα αρνητικά της.

Όχι, δεν είμαι αντίθετος σε μία ποιοτική σειρά, την ώρα κιόλας που η τηλεόραση περνά μία τόσο έντονη κρίση στον τομέα της πραγματικής ψυχαγωγίας και στην προαγωγή αληθινού πολιτισμού. Εν τούτοις, όταν όλη αυτή η στρατευμένη κίνηση να υπερυψωθεί μία τέτοια προσπάθεια λαμβάνει χώρα με τέτοιο συνολικό αλλά και με τόσο αποκλειστικό τρόπο πως οποιαδήποτε, με υποψία αντίθεσης, άποψη, τότε είναι αναπόφευκτο ότι η αίσθηση που αποπνέεται είναι μία: ότι δεν μπορείς να κρύψεις με έναν τόσο προκλητικά ανόητο τρόπο την ανυπαρξία σου, απλά και μόνο επειδή ως φανατικός οπαδός υμνείς επίμονα το μοναδικό καλό σου προϊόν. Αυτό που τόσο επίκαιρα έτυχε να εμφανιστεί και φυσικά όταν τελειώσει, είναι δεδομένο ότι θα επιστρέψεις εκεί που βρίσκεται το χαμηλό σου επίπεδο. Σ’ αυτό το χαμηλό επίπεδο της ψευτοκουλτούρας, της λογικής της ομοίωσης, της λογικής που έχει αναγάγει το σημείο -το φαίνεσθαι- σε θεότητα, και την ουσία -το είναι- την αφήνει έρμαιο της εκμετάλλευσης του οποιουδήποτε που  στο βωμό του κέρδους, δεν διστάζει να θυσία ούτε την τέχνη, ούτε την προσφορά στον πολιτισμό, ούτε βέβαια ενστερνίζεται κάποιου είδους σεβασμό προς το κοινό.   

Όλα αυτά, τόσος ντόρος για μία πετυχημένη σειρά, ένας ντόρος επίμονος για να πειστούμε όλοι εμείς, ως κοινό, ότι η τηλεόραση έχει και τα καλά της. Όμως η αλήθεια είναι σκληρή. Ναι η τηλεόραση έχει δυνατότητες, αλλά τις έχει απενεργοποιημένες. Και το να παινεύουν όλη μέρα, οι ίδιοι οι άνθρωποι που έριξαν το επίπεδο της τηλεόρασης τόσο χαμηλά, μία και μοναδική σοβαρή τηλεοπτική τους προσπάθεια για να δώσουν την εντύπωση ότι κάνουν και δουλειά πέρα από πρόσκαιρη σαχλαμάρα, αυτό λυπάμαι αλλά δεν είναι επιτυχία.

Φυσικά ο κόσμος, το ευρύ κοινό δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Όταν σχεδόν παθητικά δέχεται κάθε είδους μετριότητα ή και αηδία που προσφέρει η τηλεόραση, δεν είναι δυνατό τώρα να αντισταθεί, να δει με ψυχραιμία και να απολαύσει απλώς μία ποιοτική τηλεοπτική προσπάθεια. Η μόδα του Facebook, τα fan club και φυσικά ο καταιγισμός των θετικών σχολίων από δημοσιογράφους μέχρι… κάθε καρυδιάς καρύδι, έρχονται να επιβεβαιώσουν για ακόμα μία φορά πως ό, τι δώσεις στον κόσμο και του πεις ότι είναι μπεστ σέλερ, είναι κουλτούρα, είναι ποιότητα, εκείνος θα τρέξει με τα μούτρα πάνω του, μην τυχόν και στην αντίθεση περίπτωση τον κατηγορήσουν ότι δεν είναι τόσο ή καθόλου κουλτουριάρης ή ποιοτικός όσο πρέπει να είναι.

Κλείνοντας, τόσα και τόσα έχουν ακουστεί για τη σειρά το «Νησί», το οποίο βεβαίως βασίζεται εξ ολοκλήρου στο ομώνυμο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ. Όλα τα έχουν ξεψειρίσει οι δημοσιογράφοι και τα δαιμόνια λαγωνικά τους. Ένα όμως είναι αυτό που, αδίκως, παραμένει στην αφάνεια. Πριν από αρκετά χρόνια, το 1893, ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας συγγραφέας κι ο καλύτερος λαογράφος, ηθογράφος και διηγηματογράφος της Ελληνικής μας παράδοσης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, συνέγραψε κι εξέδωσε το διήγημα «Βαρδιάνος στα Σπόρκα»,  που περιγράφει την ιστορία της γριάς-Σκεύως, η οποία μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα, επιχόλερα καράβια) που έχουν προσαράξει στον Τσουγκριά (μικρό νησάκι δίπλα στη Σκιάθο), έτσι ώστε να σώσει το γιο της που βρίσκεται εκεί κλινήρης προκειμένου να θεραπευθεί από την ασθένεια. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση. Tο διήγημα ωστόσο δεν αναδίδει οσμή θανάτου, αλλά διαπνέεται από αισιοδοξία, αναδεικνύοντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τον άνθρωπο να γνωρίζει το αληθινό πρόσωπό του, μέσα από τις σκληρές καταστάσεις της ζωής.

Εν ολίγοις, καλό το «Νησί». Χρυσό το «Νησί». Αλλά ας ρίξουμε και μια ματιά στη δική μας παράδοση. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει η κουλτούρα και θέλουμε να ασχοληθούμε μαζί της, τουλάχιστον ας το κάνουμε κανονικά κι όχι υποδυόμενοι ρόλους στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης. Έτσι, ίσως είναι ο μόνος δρόμος, ώστε ο υστερικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της εξομοίωσης των συμβόλων με τα σημεία, να αφήσει τη θέση του στον πραγματικό πολιτισμό. Αυτόν που προς το παρόν η τηλεόραση αγνοεί παντελώς… Για το φινάλε, ατάκα δημοσιογράφου καθημερινής πρωινής εκπομπής περιγράφει καλύτερα από όσα αναφέρονται παραπάνω την τωρινή κατάσταση σχετικά με τα ΜΜΕ και το «Νησί»: «Εντάξει δεν νοσούν οι ίδιοι από χολέρα, ηθοποιοί είναι οι άνθρωποι»…


By Antonio

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Fair Game


Συνωμοσίες, βαθιά κρυμμένα μυστικά, αλήθειες που πληγώνουν, αποκαλύψεις που φτάνουν μέχρι τα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας και άνθρωποι που είναι έτοιμοι να φτάσουν στα άκρα προκειμένου να μη χάσουν ό, τι πολυτιμότερο έχουν στη ζωή τους συνθέτουν με απόλυτη επιτυχία το νέο πολιτικό δράμα, βασισμένο σε αληθινή ιστορία*, του Νταγκ Λάιμαν, Fair Game («Παιχνίδια Συνωμοσίας»).

Εμπνευσμένη από γεγονότα που πάντα θα γοητεύουν, αλλά και πάντα θα παραμένουν στην αφάνεια, η ταινία προσπαθεί να μας βάλει σε μία περιπέτεια αναζήτησης της πραγματικής… αλήθειας, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κόστος περιλαμβάνει μια τέτοια απόπειρα. Μία αναζήτηση που ξετυλίγοντάς την ως ένα κουβάρι είναι ικανή να σε οδηγήσει σε πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τις μεγαλύτερες θέσεις εξουσίας και ένα κόστος που αν αναλάβεις να πληρώσεις είναι σε θέση να στερήσει από σένα όλα εκείνα που αγαπάς. Η σύγκρουση που αναμένεται είναι εκ ορισμού ισχυρή. Και τα αποτελέσματά της είναι σίγουρο ότι θα αφήσουν πίσω της θύματα…

Για την ακρίβεια, η θέση της Βάλερι Πλέιμ (Ναόμι Γουότς)ως πράκτορα της CIA αποκαλύπτεται από αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, που με αυτό τον τρόπο επιδιώκουν να δυσφημήσουν τον διπλωμάτη σύζυγό της, Τζόσεφ Γουίλσον (Σον Πεν). Το λάθος του; Σε ένα άρθρο των "New York Times", ο Γουίλσον είχε κατηγορήσει την κυβέρνηση Μπους ότι  χειρίστηκε επιδέξια τη χρήση των όπλων μαζικής καταστροφής, προκειμένου να δικαιολογήσει την εισβολή στο Ιράκ. Αναπόφευκτα, ο τριπλός ρόλος που υποδυόταν στη ζωή της η Βάλερι Πλέιμ ως σύζυγος, μητέρα και μυστική πράκτορας έρχεται με τον πιο σκληρό τρόπο στο φως. Τα ηθικά διλήμματα, οι κόντρες, οι ευθύνες που θα πέσουν πάνω της είναι απλώς μερικά πράγματα που την αναγκάζουν να αποφασίσει γρήγορα πως πρέπει να δράσει, πριν να είναι ακόμα πολύ αργά…

Η ταινία αποτελεί κάτι must για τους λάτρεις του είδους, κάτι κοντά στο Body of Lies (Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου) του Ρίντλεϊ Σκοτ το 2008. Η ατμόσφαιρα που μοιάζει σαν καζάνι έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή είναι το δυνατό ατού του έργου, την ώρα φυσικά που το δυνατό καστ με τον βραβευμένο με Όσκαρ Σον Πεν (Milk) και την υποψήφια για Όσκαρ Ναόμι Γουότς ("Eastern Promises") βάζει κι αυτό φαρδιά πλατιά τη δική του υπογραφή σε μία περιπέτεια βγαλμένη μέσα από την σκληρή πλευρά ης ζωής. Συμπρωταγωνιστούν ο Σαμ Σέπαρντ (Brothers) και ο Ντέιβιντ Ντένμαν (Big Fish). Η σκηνοθεσία ανήκει στον Νταγκ Λάιμαν, ο οποίος είναι ο δημιουργός του The Bourne Identity (2002) και του Mr. & Mrs. Smith (2005), ενώ στα σίκουελ The Bourne Supremacy και The Bourne Ultimatum είχε αναλάβει την παραγωγή.   

*Η ταινία βασίζεται στην προσωπική δραματική ιστορία του δημοσιογράφου Τζόσεφ Ουίλσον που το 2004 εξέδωσε μέσα από το χρονικό "The Politics of Truth: Inside the Lies that Led to War and Betrayed My Wife's CIA Identity: A Diplomat's Memoir".


Η ταινία προβάλλεται από 18 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους!


By Antonio 

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Αγαπητέ Αλέξανδρε...

"Αγαπητέ Αλέξανδρε,


Από τη θέση που είμαι,οφείλω να σ'ευχαριστήσω γιατί το δικαίωμα μου να εκφράζω την άποψή μου εδώ και να λέω ακριβώς αυτό που σκέφτομαι και νιώθω τώρα,το χρωστώ και σε σένα.Με την εμβληματική προσωπικότητα σου,είμαι σίγουρη ότι κατάφερες να γίνεις σύμβολο των νέων της γενιάς σου,αλλά και να δώσεις θάρρος στους περισσότερους από τους μεγαλύτερους που ήταν αναγκασμένοι να υποστούν την περίοδο 1967-1974 ένα ανελεύθερο καθεστώς,μη δημοκρατικά εκλεγμένο,που καταπίεζε ανθρώπινα δικαιώματα και δημιουργούσε αίσθημα τρομοκρατίας στους Έλληνες πολίτες.Είναι ηρωικό από μέρους σου,όντας μόλις 25 ετών,να βρίσκεις τη δύναμη και τα μέσα για να επιχειρήσεις να ανατρέψεις μια δικτατορία που είχε βαθιές ρίζες,υποστήριξη από εξωτερικούς παράγοντες,κι ένα δίκτυο επιρροής κι ελέγχου που απλωνόταν σε όλη τη χώρα.Δε θεωρώ,ότι η σύγχρονη Ιστορία θα είχε την ίδια εξέλιξη χωρίς τη δική σου συμβολή,και σίγουρα η απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον πραξικοπηματία Παπαδόπουλο,την οποία διετέλεσες,ήταν γερός κλυδωνισμός στα σαθρά θεμέλια της Χούντας των Συνταγματαρχών,και παράδειγμα για όσα ακολούθησαν πέντε χρόνια μετά πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου.Για μένα,είσαι ένα εξαιρετικό παράδειγμα νέου ανθρώπου,που στην εποχή σου,δεν το έβαλες κάτω,αντιστάθηκες σε ότιδήποτε καταπατούσε την ελεύθερη κι ανεξάρτητη βούληση σου,και διεκδίκησες για τον εαυτό σου και για όλους μας,ένα κομμάτι από αυτό που,εντελώς ανόητα,θεωρούμε δεδομένο σήμερα."


Με την ευκαιρία της επετείου του Πολυτεχνείου,θεώρησα απαραίτητο να κάνω μία αναφορά,στον Αλέξανδρο Παναγούλη,κύριο εμπνευστή της απόπειρας δολοφονίας του πραξικοπηματία Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968.


Ο Αλ. Παναγούλης εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στις κεντρώες πολιτικές δυνάμεις του τόπου: στην Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.) του Παπανδρέου.συγκεκριμένα,στην οργάνωση της νεολαίας του κόμματος.Η αντιδικτατορική του δράση,ξεκινά όταν λιποτακτεί από το δικτατορικό στράτευμα  και ιδρύει την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Στη συνέχεια αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Υπουργός Εσωτερικών Πολύκαρπος Γιωρκατζής, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση,οι οποίοι και το κάνουν(Ο Γιωρκατζής δέχεται να του στείλει με διπλωματικό σάκο που δεν περνά από έλεγχο εκρηκτικές ύλες).Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Στο σημείο αυτό λέει:Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο..

Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται σε κώμα στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις και καταδικάζεται σε μια δίκη-παρωδία δις εις θάνατον, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και ανθρώπων του πολιτισμού παγκοσμίως,όπως ο Πικάσο κ.α.. Στη συνέχεια μεταφέρεται στις Στρατιωτικές Φυλακές της Αίγινας, όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος. Δραπετεύει,συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται σε απομόνωση σε ένα κελί ειδικά σχεδιασμένο για εκείνον σαν αντίγραφο τάφου..Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου.


Τον Αύγουστο του 1973- μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους.



Στη μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτήςαπό την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, καθώς αρνείται να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ. Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών. Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία του Δημήτρη Τσάτσου με το χουντικό καθεστώς, με συνέπεια να αρνηθεί να συνυπάρξει με τον "προδότη" στο ίδιο κόμμα και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Δημήτρη Τσάτσο και δέχεται πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του.


Σκοτώνεται σε ηλικία 38 ετών κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης (το αυτοκίνητό του πήγε και έπεσε σε υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου κάθετα στην πορεία), λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας. Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται ότι περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα. Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε υπό την κατοχή του. Δεν έχει παρουσιαστεί ωστόσο μέχρι σήμερα κανένα τεκμήριο για όλες αυτές τις εικασίες.


Κάποια από τα ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του,είναι:


=Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
να μάθουνε πού βρήκα τη μπογιά

Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν

Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν

-Μην κλαις για μένα,
ας ξέρεις πως πεθαίνω,
να με βοηθήσεις δεν μπορείς.
Μα δες εκείνο το λουλούδι,
για κείνο..μαραίνεται σου λέω.
Να το ποτίσεις.


Σ.Φ.Μ. - Απομόνωση - Ιούνιος 1971. Μετά από μιά απόπειρα απόδρασης που έκανα στις 2 Ιουνίου.
Μου είχανε αφαιρέσει τα πάντα. Δεν είχα ούτε μολύβι, ούτε λίγο χαρτί. Ούτε ένα βιβλίο ή μιά εφημερίδα.
Η απομόνωση γινότανε σκληρότερη. Με αίμα ζωγράφιζα στους τοίχους του τάφου μου την αηδία μου για τη Χούντα, την οργή μου και την απόφαση για συνέχιση του αγώνα. Αυτές οι γραμμένες με αίμα λέξεις, ήταν πραγματικά ζωγραφιές που ''ομόρφαιναν'' το κελί μου. Ήταν μιά συντροφιά που όταν την σκότωναν εγώ την ανάσταινα με καινούργιο αίμα. Αυτούς τους στίχους τους πρωτόγραψα με αίμα εκείνες τις μέρες, πάνω σ' ένα πακέττο τσιγάρων. Αλέκος Παναγούλης





by nikolina

Χάρι Πότερ: Η αρχή… για τους τίτλους τέλους


Επιτέλους έφτασε η ώρα που όλοι οι απανταχού φίλοι και όχι μόνο περιμένανε. Το συγκλονιστικό ταξίδι του Χάρι Πότερ που επινόησε, συνέγραψε κι εξέδωσε πριν από αρκετά χρόνια η Τζόαν Ρόουλινγκ, φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του, ύστερα από σχεδόν μία δεκαετία γεμάτη με αγωνία, δράση, ανατροπές, δυνατές φιλίες, καθοριστικές αποκαλύψεις και φυσικά πολλά ακόμα άλυτα μυστικά, που αδημονούν να βρουν κι αυτά τις δικές τους απατήσεις. Φυσικά, ένα τόσο πολυαναμενόμενο τέλος δεν θα μπορούσε να έρθει έτσι απλά, γι’ αυτό και οι παραγωγοί της μεγάλης επιτυχίας αποφάσισαν να μας το παρουσιάσουν σε δύο δόσεις. Και σήμερα, είμαστε στην ευχάριστη θέση να καλωσορίσουμε την πρώτη από αυτές...

Πάμε τώρα να δούμε πιο αναλυτικά την υπόθεση... Το πρώτο μέρος ξεκινά με τον Χάρι (Ντάνιελ Ράντκλιφ), τον Ρον (Ράπερ Γκριντ) και την Ερμιόνη (Έμμα Ουάτσον) να εξορμούν για την επικίνδυνη αποστολή της ανεύρεσης και καταστροφής του μυστικού αθανασίας του Βόλντεμορτ (Ρέιφ Φάινς) και των Πεμπτουσιωτών. Χωρίς την καθοδήγηση των καθηγητών τους ή την προστασία του Καθηγητή Ντάμπλντορ, το μόνο που έχουν για να τα καταφέρουν είναι να στηριχτούν ο ένας στον άλλο. Οι Σκοτεινές Δυνάμεις όμως, απειλούν να τους καταστρέψουν. Στο μεταξύ, ο κόσμος της μαγείας έχει μετατραπεί σε έναν πολύ επικίνδυνο τόπο για τους εχθρούς του Σκοτεινού Άρχοντα. Ο πόλεμος που τόσο πολύ όλοι φοβόταν έχει ξεσπάσει και οι Θανατοφάγοι του Βόλντεμορτ καταλαμβάνουν το Υπουργείο Μαγείας και το Χόγκουαρτς, τρομοκρατώντας και συλλαμβάνοντας όποιον τολμήσει να προβάλει την οποιαδήποτε μορφή αντίρρησης ή αντίστασης. Αυτό ωστόσο που δεν έχουν καταφέρει ακόμα να βρουν και το οποίο έχει τεράστια αξία για τον Βόλντεμορτ είναι άλλο: φυσικά… ο Χάρι Πότερ. Έτσι, ο Εκλεκτός γίνεται το θήραμα των Θανατοφάγων που τον κυνηγούν προκειμένου να τον οδηγήσουν ενώπιον του Βόλντεμορτ ζωντανό. Η μόνη ελπίδα του Χάρι είναι να βρει τους Πεμπτουσιωτές πριν τον Βόλντεμορτ. Όσο αναζητά στοιχεία, ανακαλύπτει μια παλιά και σχεδόν ξεχασμένη ιστορία, «τον θρύλο των Κλήρων του Θανάτου», ο οποίος αν αποδειχθεί ότι αληθεύει μπορεί να χαρίσει στον Βόλντεμορτ την υπέρτατη δύναμη που αναζητά. Ο Χάρι όμως, δεν γνωρίζει ότι το μέλλον του έχει χαραχτεί λόγω του παρελθόντος του, όταν εκείνη την μοιραία ημέρα έγινε "το Αγόρι Που Έζησε".  Άντρας πλέον, ο Χάρι Πότερ βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στην αποστολή για την οποία προετοιμάζεται από την πρώτη ημέρα που βρέθηκε στο Χόγκουαρτς: την τελική μάχη με τον Βόλντεμορτ…

Αυτή τη φορά, η ταινία αποτελεί την επιτομή της περιπέτειας. Μπόλικη δράση και πολλές αποκαλύψεις που συνθέτουν αρμονικά την εξέλιξη του στόρι και καθοδηγούν την αγωνία σε μία σταδιακή κορύφωση. Οι σκηνές είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία της σειράς, αν και όπως είναι λογικό, όσοι έχουν γνωρίσει τις περιπέτειες του ιδιόρρυθμου μάγου μέσα από τα βιβλία του θα βρουν σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα αλλά και πιο παραστατική την έντυπη έκδοση της ιστορίας. Τώρα, αποκλειστικά για τους λάτρεις των περιπετειών δράσης κι επιστημονικής φαντασίας τότε σίγουρα αδιαμφισβήτητα το «Ο Χάρι Πότερ Και Οι Κλήροι Του Θανάτου» είναι το απόλυτο Must See της χρονιάς! Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Ντέιβιντ Γέιτς, ο οποίος ήταν και ο δημιουργός των δύο τελευταίων ταινιών του Χάρι Πότερ, «Το Κυπέλου της Φωτιάς» (2007), αλλά και «Ο Ημίαιμος Πρίγκιψ» (2009). Εν κατακλείδι, η μαγεία περισσεύει, οι σκοτεινές δυνάμεις είναι πιο απειλητικές από ποτέ, το μόνο που μένει πλέον είναι να δούμε αν στο τέλος ο Χάρι Πότερ είναι δικαιολογημένα αυτός για τον οποίο έχει γίνει τόσος ντόρος…   

Αυτά προς το παρόν, τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση του δεύτερου μέρους κάπου στον μακρινό Ιούλιο του 2011, προκειμένου να κλείσει οριστικά, ύστερα από συνολικά οχτώ κινηματογραφικές παρουσίες και ισάριθμες τεράστιες εμπορικές επιτυχίες, αυτό το μεγάλο κεφάλαιο της μεγάλης οθόνης που ακούει στο όνομα Χάρι Πότερ…   



Από 18 Νοεμβρίου, σε όλους τους πολυκινηματογράφους! 

By Antonio 

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Ο πολιτισμός της εκμετάλλευσης


Αδιαμφισβήτητα αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο στην πολιτιστική ιστορία αυτού του τόπου. Το έργο του έχει στιγματίσει γενιές και γενιές Ελλήνων, αφού έχει συνδεθεί με μερικά από τα σημαντικότερα γεγονότα στην εξέλιξη του πολιτικού τοπίου της σύγχρονης ιστορίας της χώρας και φυσικά μνημονεύεται κάθε ανάλογη επέτειο.

Ο λόγος για τον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ειδικότερα αυτές τις ημέρες λόγω της επετείου από τα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973 στο Πολυτεχνείο Αθηνών, έχει την τιμητική του. Φυσικά, αυτό είναι λογικό κι επόμενο, από τη στιγμή που οι υψηλές ανθρώπινες αξίες και η ελευθερία, έννοιες οι οποίες προβάλλονται με έντονο τρόπο στα τραγούδια του Μίκη, ήταν για τα συμβάντα εκείνης της εποχής και εξακολουθούν να είναι έως σήμερα, το καλύτερο βάλσαμο για την κάθε ανθρώπινη ψυχή που πάντα θα αντιστέκεται στη σκλαβιά και σε οποιαδήποτε μορφή υποδούλωσής της.
Όμως, έχω την εντύπωση ότι η κατάσταση έχει γίνει παραπάνω θεωρητική από όσο πρέπει. Ή μάλλον δεν είναι τόσο πρακτική, όσο θα έπρεπε να είναι. Και εξηγούμαι: παρατηρώ τα ΜΜΕ, την πολιτεία αλλά και κάθε άλλον φορέα να εκμεταλλεύεται ασύστολα το όνομα του Μίκη Θεοδωράκη, χρησιμοποιώντας το ως «κάλυμμα» προκειμένου να υποστηρίξουν τη δική τους απουσία από την ενεργή κοινωνική προσφορά, αφού πολύ δύσκολα κανείς θα αντικρούσει την αυθεντία που ακούει στο όνομα Θεοδωράκης.

Η αλήθεια όμως είναι πιο σκληρή από το παραμύθι που πολύ φθηνά πουλάνε «ψευτοαριστερίζοντας», όλοι αυτοί που εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται το όνομα του μεγάλου αυτού συνθέτη. Η αλήθεια λέει ότι τα ΜΜΕ και γενικώς η πολιτεία δίνουν την εντύπωση ότι βολεύονται με αυτήν την κατάσταση κι έχουν καταντήσει σχεδόν να εξευτελίζουν την εικόνα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που πλέον δεν είναι σε θέση, κι ίσως ούτε έχει το κουράγιο, να αντιληφθεί όλη αυτή την θεατρική παράσταση που μοιάζει να έχει στηθεί γύρω από το όνομά του.

Ναι, κι επιμένω ότι όλο αυτό αποτελεί θεατρική παράσταση αφού δεν έχω κανένα χειροπιαστό επιχείρημα για να πιστέψω πώς αυτό που συμβαίνει έχει άμεσο αντίκτυπο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του κοινωνικού συνόλου και πιο συγκεκριμένα του απλού λαού. Γιατί στην ουσία αυτό που γίνεται ευδιάκριτο με άνεση είναι ότι όσα λέγονται και αναφέρονται με τόσο ποιητικό και πράγματι όμορφο τρόπο στα τραγούδια του Μίκη είναι παντελώς εκτός της πραγματικότητας που βιώνουμε. Ποιος νοιάζεται για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά των απλών ανθρώπων, όταν όλα αυτά καταρρακώνονται καθημερινώς από την σκληρή πολιτική κατάσταση που επικρατεί στην  Ελλάδα, μια κατάσταση την οποία ουσιαστικά διατηρούν με τη στάση τους οι ίδιοι οι φορείς που επικαλούνται τα τραγούδια του Μίκη;

Αν αυτό νομίζουν ότι είναι πολιτισμός, τότε κάνουν μεγάλο λάθος. Αν αυτό πιστεύουν ότι αρκεί για να αναθρέψει τις κομμένες, εδώ και καιρό, ελπίδες του λαού για ένα καλύτερο μέλλον, τότε επίσης πλανώνται πλάνην οικτράν. Ο πολιτισμός ξεκινά και τελειώνει μέσα στην ίδια τη ζωή της κοινωνίας, μέσα στις σχέσεις που τη διέπουν, μέσα στον τρόπο που η συμπεριφορά των ανθρώπων προς τους άλλους παραμένει… ανθρώπινη. Και τη δεδομένη περίοδο που διανύουμε, η απαξίωση και η αδιαφορία έχουν αντικαταστήσει πλήρως, ή έστω σε μεγάλο βαθμό, στις σχέσεις της πολιτείας με τους πολίτες το ενδιαφέρον για ισότητα  και δικαιοσύνη.

Και σε αυτήν την περίπτωση ακόμα και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, που χωρίς καμία αμφιβολία είχαν τόσα πολλά να πουν την εποχή που δημιουργήθηκαν, αποτελούν μονάχα παρηγοριά στον άρρωστο. Δεν έχουν κανένα νόημα , καμία πνευματική αξία, αποτελούν απλώς και μόνο μερικά ανούσια λόγια, και στο μόνο που συντελούν είναι να προσφέρουν στους ανθρώπους κάποιες στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, αναλογιζόμενοι τα γεγονότα του παρελθόντος. Φυσικά όλα αυτά πίσω από την εικόνα του μεγάλου συνθέτη, μια προσωπικότητα αδιαπραγμάτευτα σημαντική, η οποία όμως δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι αν δεν είσαι διαρκώς ενεργός και παρόν στα προβλήματα του κόσμου δε μπορείς να παράγεις τέχνη. Αλλά μένεις εκεί, στα ίδια και στα ίδια, αναμασώντας δίκην μηρυκαστικού τη συνταγή που κάποτε σε ανέδειξε…

Και ισχυρίζομαι το παραπάνω καθώς τα τραγούδια, τα ποιήματα, τα θεατρικά έργα, η λογοτεχνία, όπως και κάθε είδους πνευματική δημιουργία που κατοικεί στα όρια της τέχνης έχουν ουσιαστική αξία στη ζωή του απλού λαού, έχουν κάτι να του προσφέρουν, μιλάνε στην ψυχή του και εμπνέουν άμεσα το αίσθημα της ελευθερίας που πρέπει να διακατέχει κάθε λαό, μόνο όταν προέρχονται μέσα από τα προβλήματα, τις κακουχίες, τις δυσκολίες, τις χαρές και τις λύπες που βιώνει στην πραγματικότητά του ο κάθε λαός…

Όχι, δεν κατηγορώ σήμερα τον Μίκη Θεοδωράκη, αφού προφανώς δεν είμαι κάποιος διορισμένος κριτής για να το κάνω κι ούτε έχω τέτοια φιλοδοξία. Ούτε αμφισβητώ το έργο του, το οποίο σίγουρα αποτελεί παρακαταθήκη για τον τόπο μας. Αλλά ως πολίτης αυτής της χώρας διαπιστώνω μετά λύπης ότι κι ο ίδιος φαίνεται να έχει ξεχάσει του λόγους που τον οδήγησαν κάποτε να παράγει τέχνη κι έχει καταντήσει να δρα σαν μαριονέτα στα χέρια αυτών που, είτε στο βωμό της στυγνής εμπορευματοποίησης του ονόματός του, είτε γιατί θέλουν εξακολουθήσουν να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου προσφέροντάς του «πολιτισμό» λες και είναι καμιά χούφτα ψίχουλα, υποβαθμίζουν την βαθύτερη αξία του έργου του. Και αυτό εν όψει και της αυριανής ημέρας είναι κάτι που μου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο προβληματισμό. Για ποιο λόγο; Γιατί, άλλη μία τέτοια επέτειος θα αναλωθεί σε ιστορικές αναδρομές και επιφανειακές δήθεν συγκινήσεις, σε τραγούδια του Μίκη, σε στομφώδεις εκφράσεις των πολιτικών κατά της Χούντας, ώσπου η μέρα να κυλήσει και από την μεθεπομένη τα πάντα να επιστρέψουν στο ίδιο ρεύμα παρακμής και απάνθρωπης απαξίωσης που κυλούν σήμερα…

By Antonio   

Εκλογές: Ντέρμπι «αιωνίων» ή κακόγουστο αστείο;

Οι πρόσφατες εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης μόλις ολοκληρώθηκαν. Οι επιλογές του εκλογικού σώματος έδειξαν από τη μια πλευρά τη σαφή αποστροφή του προς την «σκουριασμένη» κομματική πραγματικότητα που επισκιάζει την πολιτική σκηνή της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, και από την άλλη την προτίμησή του σε υποψήφιους που ναι μεν μπορεί να έτυχαν της στήριξης κάποιου από τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά στην ουσία δεν προέρχονταν ούτε είχαν καμία άμεση σχέση με αυτά.
Βέβαια, δεν γνωρίζω αν το κεντρικό μήνυμα των τελικών αποτελεσμάτων της εκλογικής διαδικασίας ήταν η παραπάνω αποστροφή και ταυτόχρονη αλλαγή στις προτιμήσεις και στα κριτήρια των ψηφοφόρων, ωστόσο εκείνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι αν η αποχή ήταν… κόμμα, δεν θα κέρδιζε απλώς την τοπική αυτοδιοίκηση σχεδόν σε κάθε περιφέρεια ή δήμο, αλλά ενδεχομένως θα σχημάτιζε και κυβέρνηση!

Και η αλήθεια είναι ότι τα δύο παραπάνω φαινόμενα, και ιδίως αυτό της αποχής, είναι λογικό επόμενο, αφού πέραν της συνολικής απαξίωσης ενός μεγάλου μέρους των πολιτών προς την κακοδιαχείριση και τα απανωτά σκάνδαλα των κομμάτων σε βάρος του δημόσιου βίου, αλλά και της ανυπαρξίας ηγετικών φυσιογνωμιών που θα εμπνεύσουν την απονευρωμένη πολιτική διάθεση του εκλογικού σώματος, όλη η κομματική δραστηριότητα πριν και μετά τις εκλογές μοιάζει να έχει προσπεράσει τα όρια του γελοίου.

Και αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι οι πολιτικοί εμφανίζονται τελείως ανίκανοι να αντιληφθούν τον παλμό του λαού, που μοιάζει, πλην των δεδομένων εξαιρέσεων, να έχει μπουχτίσει από όλη αυτή τη φαρσοκωμωδία που ζει η χώρα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, αλλά και τις πρώτες στιγμές αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Μία παρωδία που αποπνέει περισσότερο το κλίμα που επικρατεί γύρω από μια σημαντική ποδοσφαιρική αναμέτρηση, παρά μια ώριμη διαδικασία ανάδειξης των καλύτερων και ικανότερων για τις θέσεις της αυτοδιοίκησης. Ένα κλίμα πόλωσης κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα που βασίζεται στον γνωστό «ξύλινο» πολιτικό λόγο που μόνο σκοπό έχει να φανατίσει, να δημιουργήσει εντυπώσεις, αλλά και μια ατμόσφαιρα αντιπαλότητας  που με το μόνο που δεν συνάδει είναι οι δημοκρατικές αρχές που, θεωρητικά, υπερασπίζεται το πολίτευμά μας για τη λήψη αποφάσεων και διοίκησης.

Η ατμόσφαιρα που αναδύεται όλες αυτές τις μέρες δεν απέχει πολύ από αυτό που συμβαίνει λίγο πριν αλλά και ακριβώς την επόμενη μέρα από ένα ντέρμπι του Ελληνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, όπως είναι το Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός. Η νίκη του ενός κόμματος επί του άλλου ορίζεται ως μία επιτυχία, ως ένας θρίαμβος που κρίνεται άξιος τρελών πανηγυρισμών και ξέφρενου εορτασμού, ενώ επίσης το πικάρισμα της αντίπαλης κομματικής παράταξης που υπέστη την ήττα κρίνεται επιτακτικό, έτσι για να μην ξεχνάμε και τις παραδόσεις. Την ίδια ώρα, οι ηττημένοι μιλούν για μια μέτρια εμφάνιση που πραγματοποίησαν, υπόσχονται ότι θα δουλέψουν σκληρά έτσι ώστε να επανέλθουν δριμύτεροι στις επόμενες εκλογικές διαδικασίες, και φυσικά προχωρούν στον καθιερωμένο απολογισμό που οδήγησε σε αυτό το απογοητευτικό αποτέλεσμα. Κοντά σ’ όλον αυτόν τον συρφετό και οι αντίστοιχοι οπαδοί των κομματικών παρατάξεων, με τους μεν των νικητών να ζητωκραυγάζουν για το νικηφόρο αποτέλεσμα που κατατρόπωσε τον αντίπαλό τους και τους δε των ηττημένων να χολόσκανε πως κι έχασαν την αναμέτρηση μέσα από τα χέρια τους…

Όροι που, προσωπικά, θεωρώ ότι δεν έχουν καμία σχέση με τις αρχές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, ή που δεν βρίσκω λόγο να υπάρχουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφού από τη μία ο νικητής δεν παίρνει κάποιο τρόπαιο, αλλά ένα σωρό ευθύνες και ο ηττημένος, υπό την κυριολεκτική έννοια, δεν υφίσταται, αφού στην ουσία δεν έχει χάσει αλλά αντίθετα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός μεγάλου μέρους των πολιτών για τις προτάσεις που ανακοίνωσε ότι επιθυμεί να πραγματοποιήσει. Ουσιαστικά και οι δύο έβαλαν υποψηφιότητα και πρότειναν τις ιδέες τους με κοινό σκοπό το καλό της όλων. Το καλό του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Αν τώρα από το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης μιας κομματικής παράταξης, ανεξαρτήτου ιδεολογικοπολιτικού χρώματος, το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή ο λαός ευημερεί, η κομματική παράταξη  της αντιπολίτευσης δεν έχει λόγο να στεναχωριέται,να δυσφορεί, να αισθάνεται δεύτερη, ή "ηττημένη". Ίσα ίσα που ο ρόλος της αντιπολίτευσης αναδεικνύεται σε ζωτικής σημασίας για την ορθή λειτουργία της κοινωνίας. Η συνεργασία άλλωστε αμφότερων και όχι μόνο θαρρώ πως είναι μια βασική αρχή της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, η αληθινή σημασία της νίκης και της ήττας πιστεύω ότι ισχύει μόνο όταν τις αντιλαμβανόμαστε με τη ουσιαστικότερη σημασία τους. Όταν η «νίκη» προβάλει ως η επιτυχημένη διαχείριση και τα αποτελέσματα αυτής πάνω στην κοινωνική ζωή σε βάθος χρόνου και η «ήττα» ως η αποτυχία της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου. Αυτός είναι εξάλλου, σε θεωρητικό επίπεδο, ο κοινός στόχος όλων των κομματικών παρατάξεων. Ο λόγος ο οποίος τους αναγκάζει να πολιτευτούν, να ζητήσουν από το εκλογικό σώμα την εμπιστοσύνη του, να θέσουν τον εαυτό τους και τις προτάσεις τους σε διαδικασία κρίσης. Με λίγα λόγια, να αναλάβουν την ευθύνη να λειτουργήσουν ως ρυθμιστές του καλού όλης της κοινωνίας.
Αντ' αυτών, στη δική μας περίπτωση, το ζητούμενο φαίνεται να είναι η επιτυχία της παράταξης. Αυτήν που αρχίζει και τελειώνει με ένα νικηφόρο αποτέλεσμα στις εκλογές. Αυτήν που ικανοποιεί αποκλειστικά τους οπαδούς του νικητήριου κόμματος και στέλνει στο περιθώριο τους υποστηρικτές του αντίπαλου. Μόνο που οι πολίτες και το καλό της κοινωνίας δεν κρίνεται από το χρώμα που ψηφίζει, αλλά από την ισότητα που μπορεί να δομεί τις μεταξύ του σχέσεις.

Για επίλογο, ομολογώ ότι ίσως προβληματιζόμουν τι να επιλέξω. Ωστόσο η δήλωση βουλευτή και πρώην υπουργού της απελθούσας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας σε χθεσινή πρωινή εκπομπή στην κρατική τηλεόραση, ήρθε, αφενός για να με βγάλει από τη δύσκολη θέση, αφετέρου για να αποδώσει παραστατικά την αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι πολιτικοί για τις δημοκρατικές αρχές. Σε ερώτηση λοιπόν, για το που οφείλει ο ίδιος και το κόμμα του το γεγονός ότι ύστερα από τόσα χρόνια έχασε τη δημαρχία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, απάντησε αυτολεξεί: «Δεν γίνεται να παίρνει πάντα ο Ολυμπιακός το πρωτάθλημα. Υπάρχουν και τα διαλείμματα του Παναθηναϊκού». Και προσθέτω εγώ, εντάξει έκανε χιούμορ, ποιος όμως από όλους εμάς δεν πιστεύει ότι όντως έτσι είναι η πραγματικότητα και στην πολιτική σκηνή της χώρας;


By Antonio

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Το φαινόμενο Παναγιώτη Ψωμιάδη


Μία μέρα μετά τις εκλογές,βρίσκομαι πάλι στην ίδια γνώριμη θέση που βρέθηκα και σε αρκετές προηγούμενες αναμετρήσεις:Να αναρωτιέμαι,όπως και πολλοί γύρω μου,ποιός τον ψήφισε και γιατί εκλέχτηκε πάλι ο Παναγιώτης Ψωμιάδης.Νομίζω ότι η εκλογή του συγκεκριμένου ανθρώπου,πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προς μελέτη,γιατί πραγματικά είναι απορίας άξιο πώς καταφέρνει να πείθει ότι είναι ικανός και να επικρατεί απέναντι σε άλλους εξίσου ανίκανους ή ικανούς(δεν είναι της παρούσης να αναλυθεί αυτό) υποψηφίους των άλλων παρατάξεων εδώ και πολλές τετραετίες.

Πρόκειται μάλλον για έλλειψη παιδείας στα πολιτικά θέματα,και απουσίας ορθών πολιτικών κριτηρίων από μια ισχυρή πλειοψηφία Ελλήνων πολιτών,που συνεχίζουν να επιλέγουν όποιον προωθεί το κόμμα στο οποίο είναι αφοσιωμένοι,χωρίς να ερευνούν αν το ίδιο το πρόσωπο ενδιαφέρεται ή είναι ικανό να αναπτύξει σημαντική δράση για να επιλύσει τα προβλήματα της περιοχής,την οποία κυρίως αυτός  στην ουσία θα διαφεντεύει..Και είναι μάλλον,ότι με την απλή συμπεριφορά και προώθηση του,δε βάζει τον κόσμο να κουράζει και ιδιαίτερα το μυαλό του με σχέδια και προγράμματα για αλλαγή,κι αυτό συντελεί στο να τον αισθάνονται πιο "εύπεπτο" και προσβάσιμο,γεγονός που ανεβάζει τον αριθμό υποστηρικτών του στα ύψη.Και δεν έχω τίποτα προσωπικό με τον κύριο Ψωμιάδη ούτε είμαι και οπαδός συγκεκριμένης παράταξης.Απλά θεωρώ ότι το έργο του σε επίπεδο Νομαρχίας ήταν ανύπαρκτο,δεν δικαίωσε τις προσδοκίες που θεωρητικά κι όταν διαμαρτύρονται για τα κακώς κείμενα,έχουν οι πολίτες της Θεσσαλονίκης,και σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεν του άξιζε να επανεκλεγεί,και μάλιστα σε μία θέση μεγαλύτερης ισχύος από την προηγούμενη.Εκτός κι αν μέχρι τώρα,φρόντισε να ικανοποιήσει ή να εξαγοράσει πλήθος ψηφοφόρων του,με αποτέλεσμα αθρόα να τον ψηφίσουν.Έτσι ναι.Και μένα αν με πλήρωναν,ίσως να τον ψήφιζα.Αλλά μπά...δεν τον έχω για τέτοιο άνθρωπο.

Τα βάζω και με τους «άλλους» μέσα στο κεφάλι μου,αυτούς που ασπάζονται την άποψη μου και χάνουν χρόνο και φαιά ουσία για να μελετούν προγράμματα και να αποφασίσουν για τον ικανότερο,κι ακόμα πιστεύουν ότι κάτι μπορεί να αλλάξει και να γίνει κανένα θαύμα για την ανάπτυξη της Κεντρικής Μακεδονίας,αλλά....τη δεύτερη Κυριακή δεν πήγαν να ψηφίσουν.Με τη λογική ότι « σιγά,από τη δική μου ψήφο θα κριθεί αν θα βγει ο Τάδε;»πολλοί,κυρίως συνομήλικοί μου,που μάλλον έχουν λιγότερο συντηρητικές ιδέες,και δεν ενστερνίζονται(ακόμα;)τις δεξιές πολιτικές,θεώρησαν δεδομένη τη νίκη του συγκεκριμένου κυρίου,και δεν έκαναν τίποτα για να υποστηρίξουν τις απόψεις που κατά τ’άλλα λένε ότι έχουν.Σ'αυτή την περίπτωση,θα το θεωρούσα μάλλον καλύτερο να ψήφιζαν τον αντίπαλο υποψήφιο,δεδομένου του ότι η αποχή κρίθηκε στα αποτελέσματα ως συνενοχή και σύμπραξη με το νικητή.Δεν θα αναφερθώ πάλι στο απαράδεκτο της αποχής από την κάλπη(βλ.προηγούμενο άρθρο:γιατί πρέπει να ψηφίσω στις εκλογές;),αλλά θα αναφερθώ στη νίκη του Μπουτάρη,που κρίθηκε,αν δεν κάνω λάθος,σε λίγότερες από 300 ψήφους.Τι θα γινόταν,αν οι 300 ψηφόφόροι του έλεγαν «σιγά,από τη δική μου ψήφο κρίνεται η νίκη του Μπουτάρη;»

Αλλά ό,τι έγινε έγινε,όσοι προσήλθαν στην κάλπη αποφάσισαν,και οι γκρίνιες σίγουρα  δεν ωφελούνΜε την απαισιοδοξία και τη μικρή ελπίδα να προσφέρει κάτι «ο χαριτωμένος Ζορό»,η παράταξη του αλλά και όλοι οι υπόλοιποι στο μέλλον της περιοχής μας,σας αφήνω και σας εύχομαι να έχετε ένα καλό μεσημέρι.

Nikolina

Εν όψει 17 Νοέμβρη-η ιστορία πριν το πραξικόπημα,σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ




Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.


Πριν να αναφέρουμε την αλληλουχία των γεγονότων που συνέβησαν από 15-17 Νοεμβρίου του 1973,καλό είναι να αναφερθούμε στο πολιτικό πλαίσιο και τις εξελίξεις που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος και της εξέγερσης.


Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, άρχισε εμφύλιος πόλεμος (1945-1949) μεταξύ των κομμουνιστικών δυνάμεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του εθνικού στρατού, που είχε την άμεση υποστήριξη των Άγγλων και Αμερικανών. Με την ήττα των κομμουνιστών, άρχισε να συντηρείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις κλίμα τρομοκρατίας και κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τυχόν κομμουνιστική επανάσταση. Οι κυβερνήσεις του Αλέξανδρου Παπάγου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή χρησιμοποιούσαν το στρατό ως όργανο τρομοκρατίας. Επιπλέον, έως το 1961, με ευθύνη και πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή, δημιουργήθηκε μηχανισμός ελέγχου του Τύπου και της πληροφόρησης, με σκοπό τη στήριξη ενός ουσιαστικά αυταρχικού καθεστώτος. Ο μηχανισμός αυτό αποτελούνταν από στρατιωτικούς και έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, οι μισθοί των οποίων καλύπτονταν από μυστικά κονδύλια της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ) και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ). Οι αξιωματικοί που αποτελούσαν το μηχανισμό αυτό αξιοποίησαν αργότερα την εμπειρία τους επιβάλλοντας τη δικτατορία.
Μέσα στο στρατό υπήρχε παράνομη οργάνωση αξιωματικών, με το όνομα ΙΔΕΑ, που είχε πρόγραμμα
πραξικοπήματος. Μέσα στον ΙΔΕΑ, δρούσε ο αξιωματικός Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως υφιστάμενος του στρατηγού Νάτσινα. Οι μηχανισμοί αυτοί, ενεργοποιήθηκαν, ή μάλλον πήραν την εντολή να ενεργοποιηθούν, από τον Τζον Μόρι, πράκτορα της CIA στην Αθήνα, κατ΄ αρχήν για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια όμως με κύριο στόχο την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης, αποτελούμενης μόνο από στρατιωτικούς.
Τον Ιούλιο του 1965 σημειώθηκε σοβαρό ρήγμα στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος
Ένωση Κέντρου, γνωστό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας με τον όρο Αποστασία του 1965 ή Ιουλιανά. Αφορμή υπήρξε η απόφαση του Γεωργίου Παπανδρέου να αντικαταστήσει τον Πέτρο Γαρουφαλιά από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και η άρνηση του τότε Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, αν ο διάδοχος του Γαρουφαλιά δεν απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του.

Ο Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί στις
15 Ιουλίου 1965. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1966, ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να σχηματίσει κυβερνήσεις με τη συμμετοχή κατά διαστήματα 48 βουλευτών της παράταξης Ένωση Κέντρου (αποστατών) που εγκατέλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο όρος "Αποστασία" προήλθε από τον χαρακτηρισμό αποστάτες που αποδόθηκε στους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που, υπό την προτροπή του επίσης βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πήραν μέρος ή έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις της περιόδου αυτής. Ο Κωνσταντίνος αρχικά διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς αποστάτες βουλευτές την Ένωσης Κέντρου. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο. Όλη η περίοδος που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου χαρακτηρίζεται γενικότερα ως περίοδος πολιτικής ανωμαλίας
Η σύγκρουση είχε και οικονομικά αίτια: Όταν η
Ένωση Κέντρου ανήλθε στην εξουσία, ο Παπανδρέου είχε επιβάλει στον εκατομμυριούχο μεγαλοεπενδυτή Τομ Πάπας την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων για τα διυλιστήρια της ESSO (της σημερινής ΕΚΟ). "Ο Πάπας αντέδρασε και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις "σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις"... Τελικά το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα σύμβαση με την ESSO PAPAS, καταργώντας τα περισσότερα από τα μονοπώλια που είχε». Η CIA, η πολυεθνική Esso και το αφεντικό της δεν υποχώρησαν αλλά υπονόμευαν την κυβέρνηση Παπανδρέου.Άλλωστε,μετά από καιρό κι ο ίδιος ο Πάπας,παραδέχτηκε τις σχέσεις του με τη CIA,καθώς και το ότι μεσολάβησε για την οικονομική «εξαγορά» πολιτικών της Ένωσης Κέντρου,ώστε να αποστατήσουν.Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.
Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με κωδικό Σχέδιο Προμηθεύς, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού. Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.
Η μοναδική προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα ήταν από την πλευρά κυρίως του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γεωργίου Ράλλη ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη). Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.

Σχέσεις Χούντας-ΗΠΑ

Οι χουντικοί ενεπλάκησαν και στα πολιτικά των ΗΠΑ. Ένας εξόριστος δημοσιογράφος, ο Ηλίας Δημητρακόπουλος εξασφάλισε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η ελληνική χούντα είχε χρηματοδοτήσει μέσω του Τομ Πάπας την προεκλογική εκστρατεία του Νίξον, με 594.000 δολάρια σε μετρητά. Το ποσό, εξαιρετικά ψηλό για την εποχή εκείνη, προερχόταν από τα κονδύλια που η CIA διέθετε στην ελληνική ΚΥΠ για τις αντικομμουνιστικές της δραστηριότητες. Η χρηματοδότηση γινόταν με εντολή του Παπαδόπουλου, μέσω του διοικητή της ΚΥΠ Μιχάλη Ρουφογάλη. Η χρηματοδότηση της εκστρατείας του Νίξον από τη χούντα τεκμηριώθηκε το 1975, όταν συστάθηκε μια επιτροπή από το αμερικάνικο Κονγκρέσο, που ερεύνησε τις δραστηριότητες της CIA.


Κίνημα Ιωαννίδη

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου προκάλεσε μια σειρά γεγονότων, που έβαλαν ένα απότομο τέλος στις προσπάθειες του Παπαδόπουλου για τη «φιλελευθεροποίηση» του Καθεστώτος. Ο Ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ένας δυσαρεστημένος αδιάλλακτος χουντικός, χρησιμοποίησε την εξέγερση ως πρόφαση για να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη, και οργάνωσε ένα Κίνημα για την ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου και του Σ. Μαρκεζίνη στις 25 Νοεμβρίου 1973.
Επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος, και η νέα χούντα διόρισε το στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον οικονομολόγο Α. Ανδρουτσόπουλο ως Πρωθυπουργό, αν και ο Ιωαννίδης παρέμεινε ο ισχυρός άνδρας στο παρασκήνιο. Η βαριά και καιροσκοπική επέμβαση του Ιωαννίδη είχε αποτέλεσμα την καταστροφή του μύθου ότι η χούντα ήταν ιδεαλιστική ομάδα ανώτερων στελεχών του στρατού.
Το νέο Καθεστώς κατηγόρησε τη προηγούμενη φατρία για παρέκκλιση από τις αρχές της «Επανάστασης της 21ης Απριλίου» και διακήρυξε ότι έσωσε την Επανάσταση από τη φατρία Παπαδόπουλου.
Την ημέρα του Κινήματος αναπτύχθηκαν τεθωρακισμένα σε κεντρικά σημεία των πόλεων ενώ μέσω ραδιοφώνου, με μουσική υπόκρουση τα κλασικά στρατιωτικά εμβατήρια, γινόντουσαν ανακοινώσεις απαγόρευσης της κυκλοφορίας, και ότι ο στρατός έπαιρνε πίσω τα ηνία της εξουσίας προκειμένου να σωθούν οι αρχές της επανάστασης.
Ο Ιωαννίδης προτιμούσε να εργάζεται παρασκηνιακά και δεν κράτησε ποτέ οποιοδήποτε επίσημη θέση στη χούντα ενώ προσπαθούσε πάντα να αποφύγει την περιττή δημοσιότητα. Ήταν ο de facto ηγέτης ενός καθεστώτος μαριονετών. Η νέα χούντα, παρά τη μάλλον ατυχή προέλευσή της, ακολούθησε μια επιθετική εσωτερική καταστολή και μια επεκτατική εξωτερική πολιτική και οδήγησε τη Χώρα στη τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.


by Nikolina

Εν όψει 17 Νοέμβρη-γεγονότα της εξέγερσης

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.
Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία». Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.
Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.
Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.


Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυ-τεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.
Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.
Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από το Γουδί προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.


Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.

by nikolina