Τον τελευταίο καιρό, και για την ακρίβεια από την έναρξη της φετινής τηλεοπτικής σεζόν ένας τρελός πανζουρλισμός έχει κυριέψει τους πάντες και τα πάντα σχετικά με τη νέα σειρά του Mega, το «Νησί».
Φυσικά και η εν λόγω σειρά αποτελεί κάτι το διαφορετικό από όσα είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε όλα αυτά τα χρόνια από την ιδιωτική τηλεόραση, αφού -κακά τα ψέματα- πέραν κάποιων πετυχημένων κωμωδιών, καμία άλλη δραματική κοινωνική σειρά δεν κατάφερε να συγκινήσει και να προκαλέσει τόσα έντονα συναισθήματα στο τηλεοπτικό κοινό.
Ωστόσο, ως γνωστόν στη χώρα της υπερβολής όλα μοιάζουν να έχουν αρχίσει να κινούνται πλέον από την άλλη πλευρά. Ομολογουμένως το «Νησί» είναι ένα καλογυρισμένο έργο, με δυνατές ερμηνείες καταξιωμένων ηθοποιών, φυσικά σκηνοθετημένο με ελκυστικό τρόπο, πλάνα και φωτογραφίες που και μόνο επειδή αφορούν μια περασμένη και πολύπαθη περίοδο της Ελληνικής κοινωνίας, είναι λογικό να βρίσκουν ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό. Μάλιστα, καθώς η χρονολογία από την οποία εξελίσσεται η πλοκή της σειράς δεν είναι δα και τόσο μακρινή, αυτό αποτελεί έναν επιπλέον λόγο που πολλοί εκ των τηλεθεατών ενδεχομένως να ταυτίζονται μαζί του λόγω μιας σχετικά πρόσφατης αντίστοιχης προσωπικής ιστορίας.
Αλλά είπαμε, η Ελλάδα είναι η χώρα που η υπερβολή δοξάστηκε και δοξάζεται ως θρησκεία. Έτσι, ήταν αδύνατο το «Νησί» να εμφανιστεί στα τηλεοπτικά δρώμενα απλά και μόνο ως μία επιτυχημένη σειρά. Αντιθέτως, κάθε μεσημεριανή εκπομπή, κάθε σχόλιο τηλεοπτικού ή προερχόμενου από τον ευρύτερο καλλιτεχνικό χώρο προσώπου, κάθε δήλωση οποιουδήποτε τελοσπάντων που ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με το χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση, περιλαμβάνει μία ιδιαίτερη μνεία, έναν έπαινο, για να μην πω μία δοξασία στο όνομα της σειράς. Με σχεδόν τυφλή υπακοή σε κάποιο καταστατικό, άσχετοι και σχετικοί, προβάλουν ως μία υποχρέωσή τους να αναφέρουν τη σπανιότητά του, τη μοναδικότητά του, τα τόσα βαθύτερα μηνύματα που περνάει. Όλοι ανεξαιρέτως, με δισταγμό μάλιστα να προφέρουν, έστω και ψιθυριστά, την παραμικρή αντιθετική πρόταση. Αυτό άλλωστε θα αποτελούσε ιεροσυλία.
Όντως, η πιστή προσήλωση όλων στη συγκεκριμένη υπόθεση πέρα από λογική, αφού πράγματι η σειρά είναι αρκετά ποιοτική, καταντά γραφική. Τέτοια δογματική προσήλωση, τέτοιος πωρωμένος φανατισμός, αλλά και τόση τάση να εξιδανικεύσουν την γενικότερη απουσία τους από την ουσιαστική προσφορά τους ως ΜΜΕ στην κοινωνική ζωή, δημιουργούν ένα κλίμα λατρευτικής προσκύνησης σε κάτι που εν τέλει είναι απλώς μία φιλότιμη προσπάθεια. Με τα καλά της και φυσικά με τα αρνητικά της.
Όχι, δεν είμαι αντίθετος σε μία ποιοτική σειρά, την ώρα κιόλας που η τηλεόραση περνά μία τόσο έντονη κρίση στον τομέα της πραγματικής ψυχαγωγίας και στην προαγωγή αληθινού πολιτισμού. Εν τούτοις, όταν όλη αυτή η στρατευμένη κίνηση να υπερυψωθεί μία τέτοια προσπάθεια λαμβάνει χώρα με τέτοιο συνολικό αλλά και με τόσο αποκλειστικό τρόπο πως οποιαδήποτε, με υποψία αντίθεσης, άποψη, τότε είναι αναπόφευκτο ότι η αίσθηση που αποπνέεται είναι μία: ότι δεν μπορείς να κρύψεις με έναν τόσο προκλητικά ανόητο τρόπο την ανυπαρξία σου, απλά και μόνο επειδή ως φανατικός οπαδός υμνείς επίμονα το μοναδικό καλό σου προϊόν. Αυτό που τόσο επίκαιρα έτυχε να εμφανιστεί και φυσικά όταν τελειώσει, είναι δεδομένο ότι θα επιστρέψεις εκεί που βρίσκεται το χαμηλό σου επίπεδο. Σ’ αυτό το χαμηλό επίπεδο της ψευτοκουλτούρας, της λογικής της ομοίωσης, της λογικής που έχει αναγάγει το σημείο -το φαίνεσθαι- σε θεότητα, και την ουσία -το είναι- την αφήνει έρμαιο της εκμετάλλευσης του οποιουδήποτε που στο βωμό του κέρδους, δεν διστάζει να θυσία ούτε την τέχνη, ούτε την προσφορά στον πολιτισμό, ούτε βέβαια ενστερνίζεται κάποιου είδους σεβασμό προς το κοινό.
Όλα αυτά, τόσος ντόρος για μία πετυχημένη σειρά, ένας ντόρος επίμονος για να πειστούμε όλοι εμείς, ως κοινό, ότι η τηλεόραση έχει και τα καλά της. Όμως η αλήθεια είναι σκληρή. Ναι η τηλεόραση έχει δυνατότητες, αλλά τις έχει απενεργοποιημένες. Και το να παινεύουν όλη μέρα, οι ίδιοι οι άνθρωποι που έριξαν το επίπεδο της τηλεόρασης τόσο χαμηλά, μία και μοναδική σοβαρή τηλεοπτική τους προσπάθεια για να δώσουν την εντύπωση ότι κάνουν και δουλειά πέρα από πρόσκαιρη σαχλαμάρα, αυτό λυπάμαι αλλά δεν είναι επιτυχία.
Φυσικά ο κόσμος, το ευρύ κοινό δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Όταν σχεδόν παθητικά δέχεται κάθε είδους μετριότητα ή και αηδία που προσφέρει η τηλεόραση, δεν είναι δυνατό τώρα να αντισταθεί, να δει με ψυχραιμία και να απολαύσει απλώς μία ποιοτική τηλεοπτική προσπάθεια. Η μόδα του Facebook, τα fan club και φυσικά ο καταιγισμός των θετικών σχολίων από δημοσιογράφους μέχρι… κάθε καρυδιάς καρύδι, έρχονται να επιβεβαιώσουν για ακόμα μία φορά πως ό, τι δώσεις στον κόσμο και του πεις ότι είναι μπεστ σέλερ, είναι κουλτούρα, είναι ποιότητα, εκείνος θα τρέξει με τα μούτρα πάνω του, μην τυχόν και στην αντίθεση περίπτωση τον κατηγορήσουν ότι δεν είναι τόσο ή καθόλου κουλτουριάρης ή ποιοτικός όσο πρέπει να είναι.

Κλείνοντας, τόσα και τόσα έχουν ακουστεί για τη σειρά το «Νησί», το οποίο βεβαίως βασίζεται εξ ολοκλήρου στο ομώνυμο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ. Όλα τα έχουν ξεψειρίσει οι δημοσιογράφοι και τα δαιμόνια λαγωνικά τους. Ένα όμως είναι αυτό που, αδίκως, παραμένει στην αφάνεια. Πριν από αρκετά χρόνια, το 1893, ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας συγγραφέας κι ο καλύτερος λαογράφος, ηθογράφος και διηγηματογράφος της Ελληνικής μας παράδοσης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, συνέγραψε κι εξέδωσε το διήγημα «Βαρδιάνος στα Σπόρκα», που περιγράφει την ιστορία της γριάς-Σκεύως, η οποία μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα, επιχόλερα καράβια) που έχουν προσαράξει στον Τσουγκριά (μικρό νησάκι δίπλα στη Σκιάθο), έτσι ώστε να σώσει το γιο της που βρίσκεται εκεί κλινήρης προκειμένου να θεραπευθεί από την ασθένεια. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση. Tο διήγημα ωστόσο δεν αναδίδει οσμή θανάτου, αλλά διαπνέεται από αισιοδοξία, αναδεικνύοντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τον άνθρωπο να γνωρίζει το αληθινό πρόσωπό του, μέσα από τις σκληρές καταστάσεις της ζωής.
Εν ολίγοις, καλό το «Νησί». Χρυσό το «Νησί». Αλλά ας ρίξουμε και μια ματιά στη δική μας παράδοση. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει η κουλτούρα και θέλουμε να ασχοληθούμε μαζί της, τουλάχιστον ας το κάνουμε κανονικά κι όχι υποδυόμενοι ρόλους στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης. Έτσι, ίσως είναι ο μόνος δρόμος, ώστε ο υστερικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της εξομοίωσης των συμβόλων με τα σημεία, να αφήσει τη θέση του στον πραγματικό πολιτισμό. Αυτόν που προς το παρόν η τηλεόραση αγνοεί παντελώς… Για το φινάλε, ατάκα δημοσιογράφου καθημερινής πρωινής εκπομπής περιγράφει καλύτερα από όσα αναφέρονται παραπάνω την τωρινή κατάσταση σχετικά με τα ΜΜΕ και το «Νησί»: «Εντάξει δεν νοσούν οι ίδιοι από χολέρα, ηθοποιοί είναι οι άνθρωποι»…
By Antonio