Όλα φαίνονταν ωραία,μα όσο μεγάλωνε ο Λουδοβίκος τόσο πιο μελαγχολικός γινόταν.Κάθε βράδυ,μόλις κλείδωναν το μεγάλο πράσινο φύλλο για να κοιμηθούν,εκείνος καθόταν κι έκλαιγε,και το λαμπερό του τρίχωμα έχανε το όμορφό του χρώμα.Αιτία ήταν η μαμά κι ο μπαμπάς του μαζί.Δεν καταλάβαινε γιατί,μα όλο φώναζαν κι όλο το σπίτι γκρεμιζόταν.Κι όταν το έχτιζαν από την αρχή,πάλι ερχόταν ένα βράδυ που φώναζαν,τόσο που δεν μπορούσε να κοιμηθεί,και πάλι το κουνελόσπιτο χαλούσε,και μαζί μ’αυτό όλα του τα παιχνίδια στο δωμάτιό του.
-Επαμεινώνδα,το μηρμυγκόσπιτό σου γκρεμίζεται ποτέ;
-;Όχι Λουδοβίκε,μα τι αστεία είναι αυτά που λες;Άμα είναι να το γκρεμίσουμε,γιατί το φτιάξαμε;
-Δηλαδή,δηλαδή δεν γκρεμίζεται όταν φωνάζουν ο μπαμπάς κι η μαμά σου;
-Χα,χα τον κορόιδεψε κι η Μαριλίζα.Το δικό μας,είπε,γκρεμίστηκε μονάχα μια φορά επειδή είπαν δυνατά πολλά τραγούδια.Μα γιατί ρωτάς;Τι σ’έπιασε;
Ο Λουδοβίκος δεν απάντησε τίποτα,μα εκείνη τη στιγμή κατάλαβε,κάτι αφύσικο συνέβαινε στο κουνελόσπιτό του.Κι όταν το επόμενο πρωί,είδε τον μπαμπά του να χτυπάει επίτηδες με την δυνατή ουρά του τη μαμά του,πήδηξε από το παράθυρο,χαιρέτησε τους φίλους του κι άρχισε να τρέχει μακριά.
Όταν σταμάτησε πια να τρέχει ήταν μεσημέρι.Ο ήλιος ήταν ψηλά,τα πουλιά κελαηδούσαν κι εκείνος διψασμένος,έκατσε να πιει λίγο νερό και να ξαποστάσει σε ένα θάμνο.Και τότε,ξάφνικα,σκέφτηκε και είπε: «Εσύ Λουδοβίκε,να ψάχνεις και να δίνεις μόνο την αγάπη.Να έχεις κοντά σου καλούς φίλους που να σ’αγαπούν κι εσύ να προσπαθείς να μην κάνεις κακό σε κανένα άλλο ζωάκι.Έτσι μόνο,θα’σαι κι εσύ χαρούμενο,κι οι άλλοι ευχαριστημένοι».Και αφού το αποφάσισε,κουρασμένος αποκοιμήθηκε.
Πέρασαν έτσι για το Λουδοβίκο μας,χρόνια πολλά.Γνώρισε πολλά και διαφορετικά κουνελάκια.Άλλα ήταν μεγάλα,άλλα ήταν μικρά,άλλα όμορφα κι άλλα άσχημα,άλλα είχαν πάει σχολείο κι άλλα όχι.Μα ενώ περνούσε όμορφα το χρόνο του μαζί τους,για κανένα δεν μπορούσε να πει πως νιώθει να τον νοιάζεται αληθινά,και για κανένα κι εκείνος δεν μπορούσε να δώσει την καρδιά του,όσο μπόρεσε για τον Επαμεινώνδα και τη Μαριλίζα.Φοβόταν πως μια μέρα,αν δεν μπορέσει να τους κάνει τα χατίρια, δεν θα τον παρουν στα παιχνίδια τους.Κι έτσι τα βράδια κοιμόταν,πάλι μελαγχολικός,κάθε φορά και σ’αλλο κουνελόσπιτο,μόνος του,κι ευχόταν να βρει ένα ειλικρινές κουνέλι να αγαπήσει και να το αγαπήσει κι αυτός.
Όταν λοιπόν ξύπνησε μια μέρα,δίπλα του έπαιζε μια μικρούλα που δεν είχε ξαναδεί.Ήταν το πιο όμορφο ροζ κουνέλι που είχε αντικρύσει και σαν να του φάνηκε,όταν είδε τις σταγόνες στην πλάτη της,ότι είχε έρθει από κάπου μακριά που έβρεχε πολύ για να γλιτώσει.
«Χμ»,είπε. «Ας της πιάσω κουβέντα».Την πλησίασε λοιπόν,της μίλησε ώρα πολλή κι εκείνη,αν και στην αρχή δεν ήθελε να παίξουν μαζί,στο τέλος δέχτηκε κι έγιναν φίλοι.Γυρνούσαν ώρες μέσα στα μεγάλα λιβάδια με τα ηλιοτρόπια,συζητούσαν για όλα τα θέματα που αφορούν τα ζωάκια,και το βράδυ κοιμόντουσαν αγκαλιά.Η Μαργαρίτα,όπως ήταν το όνομα της,τον κοίταζε συνέχεια μες στα μάτια και δεν τον άφηνε να απομακρυνθεί για πολύ,κι εκείνος της καθάριζε το τρίχωμα όταν είχε χώματα,και της τραγουδούσε κουνελοτράγουδα για να κοιμηθεί.Ο Λουδοβίκος ξαφνικά ένιωθε ότι βρήκε αυτό που έψαχνε καιρό.Η Μαργαρίτα,ήταν σαν όνειρο,ίδια με εκέινον,τον καταλάβαινε με μια του λέξη,και γι αυτό,δεν θα τον στεναχωρούσε ποτέ.Κι αυτηνής το σπίτι είχε γκρεμιστεί πολλές φορές σαν ήτανε μικρή,κι αυτή είχε γυρίσει όλο τον κόσμο για να βρει την αληθινή αγάπη.Αλήθεια,ήταν ίδιοι.Μέναν στην ίδια γειτονιά της Κουνελοχώρας όταν ήταν μικροί κι είχαν και την ίδια δασκάλα στο σχολείο.Την αγαπούσε τόσο,ήταν σίγουρος κι ευτυχισμένος.Έλεγε: «Βρήκα το κουνέλι που δεν θα με στεναχωρήσει».Κι εκείνη απαντούσε: «Κι εγώ το ίδιο βρήκα σε σένα,Λουδοβίκε» κι άλλα τέτοια λόγια που μόνο τα κουνέλια που αγαπιούνται αληθινά ξέρουν να λένε....Και έτσι πέρασαν κάποιοι ευτυχισμένοι μήνες..
Ώσπου μια μέρα ξύπνησε,και η Μαργαρίτα του,χωρίς να τον ενημερώσει,είχε φύγει....
by Nikolina
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου