Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

142 χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Κάλβου...


...Τόσα συμπληρώνονται σαν σήμερα, σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά, από τον θάνατο του Ανδρέα Κάλβου. Ενός ποιητή, από αυτούς που δεν γίνεται να σε αφήσουν ασυγκίνητο. Κι αυτό γιατί το ιδιαίτερο ύφος του είναι μεν κάτι που μπορεί από την πρώτη ανάγνωση να σου κεντρίζει την προσοχή, όταν όμως φτάνεις στο τέλος, έχεις την εντύπωση ότι μόλις πήρες μέρος σε ένα από τα πιο περιπετειώδη ταξίδια της ζωής σου.

Ναι, το έργο του δεν έτυχε κορυφαίας αναγνώρισης εντός Ελλάδας την περίοδο που συντέθηκε, όσο εκτός αυτής. Ναι, η ποίησή του συνάντησε εμπόδια προκειμένου να κερδίσει τη δική της θέση στο βάθρο των εξεχόντων ποιητικών σχολών της εποχής. Ωστόσο εκείνο που μένει στο πέρασμα προϊόντος του χρόνου είναι ότι ο Ανδρέας Κάλβος έχει τη δική, ξεχωριστή συμβολή στην ανάπτυξη του πνεύματος και στη διαμόρφωση του πολιτισμού της Ελλάδας.

Η ποίηση του Κάλβου δεν θα μπορούσε να μην πηγάζει από την αθάνατη ψυχή ενός υπόδουλου λαού που διψά να νιώσει ξανά το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας. Ο ίδιος γεννημένος λίγο πριν το πτώση της αυλαίας για τον 18ο και στις απαρχές του 19ου αιώνα, ήταν αναπόφευκτο να μην αντισταθεί σ’ αυτό που τον οδηγούσε η Ελληνική φύση του, σ’ αυτό που τον ωθούσε η ανώτερη παιδεία που τον διέκρινε ως άνθρωπο δεν ήταν δυνατό να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ένας λαός είναι φυσιολογικό να ζει κάτω από το καθεστώς της υποδούλωσης, της καταπάτησης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του. Όμως, επειδή τίποτα δεν γίνεται τυχαία, η ευρωπαϊκή μόρφωση που έλαβε αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την μετέπειτα εξέλιξη, δραστηριοποίηση και δημιουργική παραγωγή του.

Για την ακρίβεια, ο πατέρας του, Ιωάννης Κάλβος, Κερκυραίος κρητικής καταγωγής που παντρεύτηκε την Αδριανή Ρουκάνη, το 1801-2 εγκαταλείπει τη σύζυγό του, παίρνει μαζί του τα δυο παιδιά, τον Ανδρέα (είχε γεννηθεί στη Ζάκυνθο το 1792) και τον αδελφό του Νικόλαο, και εγκαθίσταται στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου πεθαίνει το 1812. Ο Ανδρέας χωρίζει από τον αδελφό του και πηγαίνει στην Φλωρεντία όπου γνωρίζει τον μεγάλο λόγιο και ποιητή Ούγκο Φώσκολο. Η φιλία τους θα κρατήσει χρόνια. Ο Ανδρέας Κάλβος σπουδάζει Ελληνική, Λατινική και Ιταλική φιλολογία, ταυτόχρονα παραδίδει μαθήματα, αρχίζει τις πρώτες λογοτεχνικές του προσπάθειες και συμμερίζεται τις φιλελεύθερες ιδέες του Φώσκολου. Οι δυο φίλοι, κατατρεγμένοι για τις ιδέες τους καταφεύγουν το 1815 στην Ελβετία και την επόμενη χρονιά στην Αγγλία, όπου ο Φώσκολος πεθαίνει δώδεκα χρόνια αργότερα. Στο Λονδίνο διδάσκει, γράφει και μεταφράζει. Παντρεύεται μια Αγγλίδα, η οποία του χαρίζει μια κόρη, τις χάνει όμως και τις δύο το 1820. Επιστρέφει στην Φλωρεντία και από εκεί ξανά στην Ελβετία, όταν και ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση. Με διαλέξεις, ομιλίες, δημοσιεύματα ενθαρρύνει Έλληνες και Φιλέλληνες. Το 1824 τυπώνει στην Γενεύη τις πρώτες δέκα Ωδές και στο Παρίσι, όπου συνεχίζει την πατριωτική δράση, το 1826, τις δέκα επόμενες. Εδώ ο Κάλβος σταματά την δημιουργική ενασχόλησή του με την ποίηση και, φλεγόμενος από ενθουσιασμό, κατεβαίνει στο Ναύπλιο να πολεμήσει. Ήδη όμως έχουν αρχίσει οι εμφύλιες διαμάχες, οι οποίες τον απογοητεύουν. Έτσι, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταλείπει το Ναύπλιο και εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, όπου στην αρχή εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος, μετά γίνεται καθηγητής της "θεωρητικής φιλοσοφίας" στην Ιόνιο Ακαδημία και το 1841 διευθυντής στο Ιόνιο Γυμνάσιο. Δημοσιεύει τις απόψεις του στην "Επίσημο Εφημερίδα" της Ιονίου Πολιτείας, έπειτα γράφει φλογερά άρθρα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση στην ριζοσπαστική εφημερίδα του Πέτρου Βράιλα, "Πατρίς". Απογοητευμένος από τις περιστάσεις, τα παρατά όλα και ξαναγυρίζει το 1852 στο Λονδίνο, όπου ξεκινά μια νέα ζωή. Το 1853 παντρεύεται τη Σαρλότ Ουόνταμς, η οποία έχει ένα ιδιωτικό σχολείο, όπου και διδάσκει ο Κάλβος εις το εξής. Εκεί θα ζήσει ευτυχισμένος τα τελευταία δεκαέξι χρόνια της ζωής του, μέχρι και την 30η Νοεμβρίου 1869.

Η γλώσσα του δεν αναλαμβάνει να επιλέξει τον δρόμο της καθαρεύουσας ή της δημοτικής αλλά χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά και τις δύο στο βωμό της δημιουργίας. Στην προσπάθειά του να εκφράσει όλες αυτές τις φιλελεύθερες ιδέες που εκπροσώπευε ο ίδιος και που δεν είχαν άλλο στόχο από το να βοηθήσουν το επί τρεις αιώνες σκλαβωμένο Ελληνισμό να σταθεί στο ύψος του και να διεκδικήσει το δικαίωμά του να ζει ελεύθερος. Έτσι, μακριά από την αδυσώπητη κόντρα των δύο γλωσσικών ρευμάτων της εποχής, η ποίηση του Κάλβου, απολύτως απαγκιστρωμένη από κάθε είδους παρωπίδες και ταμπέλες, έρχεται ορμητικά ως μία προσωπική ποίηση για να συνδέσει το Χριστιανικό με το αρχαιοελληνικό στοιχείο, το ρομαντικό με το νεοκλασικό, το παλιό με το νέο, δηλαδή όλα αυτά που συνθέτουν εν γένει την ιστορία του Ελληνικού πολιτισμού.  
Αναπόφευκτα, το έργο του δέχτηκε αυστηρή κριτική από τις δύο επικρατούσες παρατάξεις διανοουμένων της ελληνικής πραγματικότητας. Οι Φαναριώτες από τη μία και οι Επτανήσιοι από την άλλη, αρνήθηκαν στις "Ωδές" το δικαίωμα πολιτογράφησης στον χώρο της ελληνικής ποίησης. Αυτό γιατί καταρχήν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως Επτανήσιος ποιητής, αφού δεν ανήκει στη σχολή που παγιωνόταν γύρω από τον Σολωμό και μάλιστα κανένας λόγιος των Επτανήσων δεν τον θεώρησε ποτέ ως Ιόνιο ποιητή. Πολλοί άσκησαν κριτική στη γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Κάλβος, αν και παραδέχονταν την ποίηση του. Το ίδιο και οι Φαναριώτες. Σ’ αντίθεση με τους Έλληνες λόγιους πάντως, ο γαλλικός τύπος παρουσιαζόταν ενθουσιασμένος από τα έργα του Κάλβου, ο οποίος κατάφερε να πείσει τους ξένους πολύ πιο εύκολα απ’ ό, τι τους συμπατριώτες του. Αυτός ήταν και ο λόγος που ουσιαστικά, η πρώτη νομιμοποίηση του ποιητή από την Ελληνική πλευρά έρχεται από τον Δημήτριο Βικέλα και ολοκληρώνεται στην ομιλία του Κωστή Παλαμά το 1889.

Εν τέλει, η Ιστορία του Πολιτισμού δεν ήταν εύκολο να αφήσει απ’ έξω ένα από τα σημαντικότερα τέκνα της. Έναν από τους ταπεινότερους υπηρέτες της. Ούτε η Ελλάδα ήταν εύκολο να αφήσει στη λήθη έναν από τους πιο φλογερούς αγωνιστές της, που όπως λέει κι ο ίδιος καλύτερα από μένα:



Καλήτερα, καλήτερα
Παρά προστάτας 'νάχωμεν.
Με ποτέ δεν εθάμβωσαν

διασκορπισμένοι οι Έλληνες

'να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
                ψωμοζητούντες·
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
                σκήπτρων ακτίνες




Το έργο του:
Ποιητικές συλλογές
Λύρα - Ωδαί Ανδρέα Κάλβου (1824)
Λυρικά (1826)
Ξενόγλωσσα έργα
Ιππίας (τραγωδία)
Θηραμένης
Δαναΐδες
Le Stagioni - Giovanni Meli
Ωδή εις Ιονίους (1814)
Σχέδιο νέων αρχών των Γραμμάτων
Απολογία της αυτοκτονίας
Italian lessons in four parts (1820)
Έρευνα περί της φύσεως του διαφορικού υπολογισμού (1827)
Χάριτες - αποσπάσματα, Φώσκολος (1846)

By Antonio 


.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου