Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Ο "πολιτισμός" της ηλεκτρικής καρέκλας

Λίγο μόλις πριν λάβει χώρα η εκτέλεση ενός κρατουμένου, η σιωπή, όπως δικαίως φανταζόμουν, αλλά κι από όσα γνώριζα, είναι η επικρατέστερη παρουσία στην ατμόσφαιρα. Καθώς όμως φτάνει η αποστολή με τον μελλοθάνατο κρατούμενο, οι πρώτοι ψίθυροι είναι λογικό να αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους, χαλώντας εν μέρει αυτήν την απόλυτη σιωπή, την οποία είχε φροντίσει ήδη να χαλάσει προηγουμένως ο θόρυβος της επικείμενης έλευσης του μελλοθάνατου κρατουμένου.
Οι αρχές της εξουσίας έχουν πάρει θέση στην πρώτη σειρά, αφού αυτές είναι ο κύριος παράγων που δίνει τη συγκατάθεσή του για την εκτέλεση της ποινής. Παραδίπλα,κάποια αξιωματούχα μέλη της αστυνομικής αρχής, ίσως ο ιδιοκτήτης των φυλακών, ένας ή δυο -δεν πρόσεξα καλά γιατί αυτό δεν μου κίνησε τόσο την περιέργεια- γιατροί ή ιατροδικαστές, καθώς ο θάνατος του καταδικασμένου ενόχου πρέπει χάριν της επισημότητας,να επικυρωθεί από κάποιον ειδικό, αλλά και ορισμένοι πολίτες ένορκοι, που στο δικαστήριο δια μέσου της αρχής της πλειοψηφίας δεν έδειξαν την αθωωτική οδό στον κατηγορούμενο.


Ωστόσο, εκείνο που μου προξένησε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η παρουσία ενός ιερέα. Ναι, σίγουρα είναι λογικό να υπάρχει ένας ιερέας εκεί, αφού ακόμα κι ο θανατοποινίτης ως άνθρωπος δικαιούται τις ευλογίες ενός ιερέα, ως συντροφιά της ψυχής του για το επερχόμενο τελευταίο της  ταξίδι. Ωστόσο, η εικόνα έμοιαζε τόσο αντιφατική. Ένας κληρικός εκπρόσωπος μιας Εκκλησίας που καταδικάζει το αμάρτημα της αφαίρεσης μιας ανθρώπινης ζωής,όχι μόνο να είναι παρόν σε μία εσκεμμένη, προσχεδιασμένη και καθ’ όλα νόμιμη δολοφονία, αλλά ταυτόχρονα να συμμετέχει κι ο ίδιος ενεργά στη διαδικασία, έχοντας μάλιστα να ενσαρκώσει έναν από τους βασικότερους ρόλους.
Όλοι λοιπόν, σε κλίμα απόλυτης σοβαρότητας και με τα χέρια το ένα πάνω στο άλλο κλειδωμένα, κολλητά πάνω κι ευθεία μπροστά στο σώμα τους, να σχηματίζουν ένα κεφαλαίο λατινικό «V», την ώρα που τα μάτια των περισσοτέρων στη συντροφιά που βρισκόταν εκεί μέσα δεν είχαν την δύναμη να κοιτάζουν την πομπή που συνόδευε τον κρατούμενο από την είσοδό του στον χώρο, ως την τοποθέτησή του στο επίμαχο για τη ζωή του ακριβές σημείο.


Χωρίς άλλες περιστροφές το μακάβριο τελετουργικό ξεκίνησε. Οι εκπρόσωποι των αρχών της πολιτείας μαζί τους αντίστοιχους της δικαστικής, πήραν μπρος και λέγαν τα δικά τους. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Η εικόνα απέπνεε μια έντονη δόση ειρωνείας. Πώς κάποιοι, λες, είναι σε θέση να κρίνουν αν κάποιος πρέπει να ζήσει ή να πεθάνει ελέω της διασφάλισης της ασφάλειας των υπολοίπων; Ποιός τους έδωσε το δικαίωμα να αφαιρούν μια ανθρώπινη ζωή, ακόμα και κάποιου που έχει αφαιρέσει ο ίδιος μια ανθρώπινη ζωή, όταν δεν είναι ταυτόχρονα σε θέση να χαρίσουν μια ζωή; Πώς αναδεικνύεται εδώ η αξία του σωφρονισμού; Τι κάνουμε όλοι εδώ εμείς, πέρα από το να είμαστε με τη σιωπηλή παρουσία μας, στυγνοί συνεργοί σε ένα απάνθρωπα ψυχρό έγκλημα; Τι διαφορά έχουμε ως έλλογα όντα, ως άνθρωποι από τα ζώα;


Εκεί όμως που αυτή η σειρά των ερωτημάτων μου διακόπηκε βιαίως και σκόρπισε στο κενό, σαν τις χάντρες από ένα μενταγιόν που κάποιος μόλις το έκοψε τραβώντας το απότομα από τον λαιμό τον οποίο στόλιζε, ήταν όταν ήρθε η ώρα να αναλάβει τον δικό του ρόλο, σε όλη αυτή τη φαρσοκωμωδία που ζούσαμε, ο ιερέας. Χωρίς κανέναν προφανή δισταγμό, που με τρόμαζε καθώς πρόδιδε μία εφιαλτική εξοικείωση του ιερέα με τέτοιου είδους παρόμοια σκηνικά, πλησίασε τον θανατοποινίτη με ύφος ανέκφραστο, παγωμένο και του απηύθυνε τις ερωτήσεις που έπρεπε σύμφωνα με κάποιο τυπικό καταστατικό, συνεχίζοντας, και πάλι βασισμένος στο αρμόζον πρωτόκολλο, με τις θρησκευτικές ευλογίες. Αυτές που, ως ιερέας, οφείλει να ψάλλει στον κάθε πιστό, αποδίδοντας στην ψυχή του δεύτερου όσα τις ανήκουν για την τελευταίο της παράσταση σε αυτόν τον κόσμο.
Κι όμως, αυτό έμοιαζε στα μάτια μου να έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της ειρωνείας που πλαισιώνουν την ανθρώπινη φύση, η οποία συχνά παρεξηγεί τις δυνατότητές της κι άλλες τις υπερτιμά, ενώ άλλες τις… αφήνει κάπου καταχωνιασμένες. Αυτή μου η αίσθηση κορυφώθηκε, όταν πια ο δικαστικός άρχων ξεστόμισε τη φράση «Έτσι πρέπει. Για να γίνει σωστά…», την ώρα που ο ιερέας ολοκλήρωνε το θρησκευτικό τελετουργικό.


Πραγματικά,δεν ήξερα τι ήταν αυτό που έπρεπε να γίνει σωστά εκείνη την ώρα. Συχνά, στην ανθρώπινη καθημερινότητά μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με το σωστό και το λάθος. Προσπαθούμε για το πρώτο και θεωρητικά μαθαίνουμε από το δεύτερο, αν και ως άνθρωποι συνεχίζουμε να κάνουμε λάθη και θα κάνουμε για πάντα γιατί αυτό είναι που μας χαρακτηρίζει. Έχουμε όμως την υψηλή δυνατότητα της συγχώρεσης, αυτή τη μοναδική ικανότητα να δίνουμε ένα τέλος σε μία κατρακύλα και να βάζουμε τα θεμέλια για μία νέα αρχή.


Αυτή την αξία έψαχνα εκείνη την ώρα. Και κλονίστηκα τόσο πολύ, που άρχισα να σκέφτομαι ποιος είναι ο λόγος που είμαστε άνθρωποι; Αν δεν έχουμε αυτό, δεν μπορούμε να στηρίξουμε κάπου την ανθρώπινη ιδιότητά μας. Κι όσο έψαχνα κάπως, να βρω έναν τρόπο να δικαιολογήσω όλο αυτό που γινόταν εκεί μέσα, τόσο δεν έβρισκα όχι πολλούς, αλλά ούτε έναν λόγο που να με βοηθούσε στην απεγνωσμένη μου προσπάθεια. Κι όσο πίεζα τον εαυτό μου να βρει μία και μοναδική αξία που να μπορώ να στηρίξω το γεγονός ότι εξακολουθώ να είμαι άνθρωπος, τόσο καταλάβαινα πόσο μάταιο ήταν.


Και ναι, εκείνη την ώρα ποιο ήταν το σωστό; Για ποιό σωστό μιλούσε ο δικαστής; Θα ήταν κάτι λάθος αν απουσίαζε ο ιερέας από την τελετή; Η παρουσία του διασφάλιζε ότι το γεγονός της εκτέλεσης ήταν σωστό;


Ένιωθα, ένιωθα… λιγότερο άνθρωπος μετά από αυτό. Πώς γίνεται στο βωμό του κοινού καλού  της ανθρωπότητας, να είναι το "σωστό" κάποιοι να αποφασίζουν την εκτέλεση ενός ανθρώπου; Ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν συνεχίσει να τιμωρεί με το σκληρό νόμισμα της θανατικής ποινής κάποιον από τα δικά του τα παιδιά που ξεστράτισε; Είναι όντως τελικά μια παραδειγματική τιμωρία ή είναι ένα παράδειγμα σκληρότητας απέναντι σε έναν άνθρωπο, που δεν είναι ούτε κάτι περισσότερο, αλλά ούτε και κάτι λιγότερο από εμάς;


Τα εσωτερικά μου ερωτήματα όμως, παρέμειναν, δεν εξωτερικεύθηκαν ποτέ, αφού κι εγώ, όσο πιο δειλά γινόταν, κατάφερα να τα πνίξω κάπου μέσα μου. Κι ήταν σαν να δίνω κι εγώ τη θετική μου απάντηση σ’ αυτό που θεωρούσα τόσο άδικο. Έπνιξα τόσο καλά αυτό που με βασάνιζε που κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Κανείς δεν υποψιάστηκε τίποτα. Κι η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε. Οι ψυχραιμότεροι σχεδόν με τρομακτική απάθεια αντέδρασαν συμβατικά στο γεγονός, ενώ ίσως κάποιοι λιγότερο έμπειροι στη διαδικασία δεν μπόρεσαν να κρατηθούν και προδόθηκαν από τις ενστικτώδεις κινήσεις του σώματος αλλά και του προσώπου τους. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας ήταν γεγονός. Το σταυροκόπημα των παρευρισκομένων «έντυσε» ιδανικά την όλη ατμόσφαιρά, ως ένα τέλειο επιστέγασμα στην «τιμωρία» που μόλις είχε αποδοθεί από τις αρχές...


Η ώρα της αποχώρησης είχε έρθει. Κανείς δεν είχε κάποιο λόγο να παραμείνει εκεί,κι έτσι ο ένας μετά τον άλλο όλοι είχαν σχεδόν αποχωρήσει από την αίθουσα. Κάποιοι τελευταίοι κούμπωναν τα κουστούμια τους, καθώς έξω ο χειμώνας δεν επέτρεπε το ελαφρό ντύσιμο. Μια κυρία εκ της ομάδας των ενόρκων φορούσε τα γάντια της, ενώ ένας κύριος που προπορευόταν έφτιαξε το καπέλο του λίγο πριν διαβεί την πόρτα της εξόδου. Προτελευταίος βάδιζε ο δικαστής, ο οποίος προσπαθούσε να τοποθετήσει κάπως καλύτερα το κασκόλ του και παράλληλα αντάλλαξε μια δύο κουβέντες με τον ιερέα, που έχοντας παραμάσχαλα τα βιβλία και τα ψαλτήρια του έπαιρνε κι αυτός,χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη,τον δρόμο για την έξοδο. Για την επιστροφή στην καθημερινότητά του. Ή μάλλον δεν πρόκειται για επιστροφή. Δεν επιστρέφεις από κάπου που δεν παρέκλινες ποτέ. 


Κι αυτό είναι που με έκανε να ταρακουνηθώ συθέμελα και να κάτσω με τις ώρες έξω από το χώρο που έγινε το μοιραίο γεγονός για να σκεφτώ. Να αναλογιστώ πώς είναι δυνατόν να ανήκει στην ανθρώπινη πολιτισμένη καθημερινότητα ένας τέτοιου είδους φόνος. Ίσως πιο σκληρός από έναν παράνομο φόνο, αυτός της θανατικής ποινής, που ταιριάζει με το συνταγματικές αρχές ενός κράτους, έχει τη "ρετσινιά" ότι είναι νόμιμος. Κι αυτό στο μυαλό πολλών ανθρώπων εξαλείφει ως δια μαγείας κάθε ίχνος λάθους. Άλλωστε όταν υπάρχει ένα επίσημο τελετουργικό και ένας νόμος να το προστατεύει, κανείς δεν είναι σε θέση να το αμφισβητήσει ικανοποιητικά. Όταν μάλιστα η συμμετοχή των πολιτών σ' αυτό ανάγεται σε ζωτικής σημασίας,καθώς διασφαλίζει την πραγματοποίησή του, οι ηθικές αντιστάσεις πάνε περίπατο. Τότε το καλό υπερυψώνεται στην εφαρμογή του γράμματος του νόμου για το καλό της κοινωνίας και το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο κρύβεται για μην μπορέσει κανένας να δει την βαθιά θλίψη του. Όλα αυτά για να γίνει το "σωστό" η απόδειξη μιας επιτυχημένης πολιτισμικής κοινότητας, ενός πολιτισμού περισσότερο... της ηλεκτρικής καρέκλας. Ένα τόσο απάνθρωπο «σωστό», όσο ανθρώπινη είναι η παρουσία που το αναζητεί...

by Antonio 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου